Ήρα Έμκε-Πουλοπούλου
DemographicPanorama.gr

   

 

 
 
 
 
 

Έλληνες Ηλικιωμένοι Πολίτες

ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η μελέτη της εξέλιξης της δημογραφικής γήρανσης και η ανάλυση της ζωής των ηλικιωμένων στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της ΕΕ και με άλλες αναπτυγμένες χώρες με τη βοήθεια επιστημονικών θεωριών, ερευνών και μελετών πολλών επιστημών καταλήγει σε ορισμένα συμπεράσματα και προτάσεις.
Χωρίς αμφιβολία ο Ελληνικός πληθυσμός γερνά. Ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων υπερδιπλασιάστηκε στη μεταπολεμική περίοδο και το 1996 από την άποψη της αναλογίας των ηλικιωμένων 65 ετών και άνω στον πληθυσμό η Ελλάδα κατέχει στην ΕΕ την 4η θέση μετά από τη Σουηδία -την πιο γηρασμένη χώρα του κόσμου-την Ιταλία και το Βέλγιο. Αν ληφθεί υπόψει ο πληθυσμός 60 ετών και άνω η Ελλάδα είναι μαζί με την Ιταλία η πιο γερασμένη χώρα του κόσμου. Ο ρυθμός αύξησης του ηλικιωμένου πληθυσμού ήταν στη χώρα μας ταχύτερος σε σύγκριση με το ρυθμό χωρών της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης αλλά βραδύτερος συγκριτικά με τις άλλες τρεις χώρες της Νότιας Ευρώπης, την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Ενώ σε όλες τις χώρες η αναλογία των υπερηλίκων (80 ετών και άνω) αυξήθηκε με ταχύ ρυθμό στην Ελλάδα (και στην Πορτογαλία) ο ρυθμός αυτός ήταν βραδύτερος από τις περισσότερες χώρες της ΕΕ.
Βασικές αιτίες της δημογραφικής γήρανσης είναι η μείωση της γονιμότητας, η μείωση της θνησιμότητας των μεγάλων ηλικιών και οι μεταβολές στη διάρθρωση του πληθυσμού κατά ηλικίες. Η μεταναστευτική κίνηση επηρέασε άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά το ρυθμό γήρανσης του πληθυσμού της Ελλάδας. Η πυραμίδα των ηλικιών προδιαγράφει το μέλλον του πληθυσμού π.χ. το 2000 είναι δυνατόν να προβλεφθεί ο αριθμός των ηλικιωμένων 60+ το 2060. Ωστόσο πηγή αβεβαιότητας αποτελεί η μεταναστευτική κίνηση, που δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί και ανάλογα με τις διαστάσεις που θα λάβει θα επηρεάσει τη δημογραφική γήρανση στο μέλλον.
Όλες οι χώρες που γνώρισαν την έκρηξη των γεννήσεων (baby boom) θα αντιμετωπίσουν έκρηξη των γερόντων (pappy boom, gerontic boom). Στην Ελλάδα δεν παρατηρήθηκε έκρηξη των γεννήσεων στη μεταπολεμική περίοδο. Αντίθετα στο τέλος του 20ού αιώνα έφτασαν στην ηλικία των 60-65 ετών και άνω άτομα που γεννήθηκαν στην περίοδο του μεσοπολέμου που η γεννητικότητα ήταν ιδιαίτερα υψηλή. Επομένως την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα παρουσιάζεται εντυπωσιακή αύξηση της αναλογίας των ηλικιωμένων στον πληθυσμό και όταν οι άλλες χώρες θα αντιμετωπίζουν τα προβλήματα από τη γήρανση της γενεάς του baby boom, δεν θα συμβεί το ίδιο και στη χώρα μας.
Η μεγαλύτερη υγειονομική και κοινωνική κατάκτηση του 20ού αιώνα είναι η μείωση της θνησιμότητας: το τελευταίο τέταρτο παρατηρήθηκε και μείωση της θνησιμότητας των ηλικιωμένων, η οποία διαφέρει ανάλογα με τη χώρα. Στην Ελλάδα παρατηρείται η καλύτερη προσδοκώμενη ζωή κατά τη γέννηση των ανδρών (75 χρόνια) μετά τη Σουηδία (76 χρόνια). Ωστόσο Γαλλίδες, οι Ιταλίδες, οι Ισπανίδες και οι Σουηδέζες ζουν περισσότερο κατά μέσο όρο (81-82 χρόνια) από τις Ελληνίδες (80 χρόνια). Σε κάθε χώρα η θνησιμότητα των ηλικιωμένων διαφέρει ανάλογα με το φύλο, την οικογενειακή κατάσταση, την κοινωνικο-οικονομική κατηγορία και τον τόπο κατοικίας.
Οι πιο σημαντικές αιτίες θανάτου ατόμων 65 ετών και άνω είναι οι ασθένειες της καρδιάς, τα αγγειακά επεισόδια και οι διάφορες μορφές καρκίνου. Μείωση της θνησιμότητας των ηλικιωμένων δεν σημαίνει προσδοκώμενη ζωή χωρίς ανικανότητα. Στο μέλλον η επιστήμη μπορεί να διαθέσει όπλα που θα επιβραδύνουν τα γηρατειά και θα μειώσουν τη θνησιμότητα. Ωστόσο η μεγάλη μείωση της θνησιμότητας και η ολική εξάλειψη των ασθενειών που σήμερα αποτελούν τις βασικές αιτίες θανάτου των ηλικιωμένων φαίνεται απίθανη, εκτός αν λυθεί το πρόβλημα των νόσων φθοράς και αν βρεθεί επαναστατική μεταβολή του μηχανισμού που καθορίζει τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής.
Η Ελλάδα διαθέτει το χαμηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ για δαπάνες κοινωνικής προστασίας (16% το 1994) σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της ΕΕ όπου το ποσοστό κυμαίνεται από 19,5 % έως 32%. Ακόμα και η φτωχή Πορτογαλία διαθέτει περισσότερα. Αν ληφθεί υπόψη η παραοικονομία που υπολογίστηκε σε 29% έως 35% του ΑΕΠ, το ποσοστό αυτό είναι ακόμη χαμηλότερο. Στη χώρα μας το επίπεδο των εισφορών των ασφαλισμένων είναι υψηλότερο και η δημόσια συνεισφορά από τις χαμηλότερες στις χώρες της ΕΕ, όπου η κάλυψη είναι γενική και οι παροχές γενναιόδωρες. Ένα μεγάλο μέρος των δαπανών κοινωνικής προστασίας διατίθεται για τις συντάξεις: Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάσταση στην Ελλάδα είναι καλύτερη για τους συνταξιούχους αλλά ότι η χώρα μας διαθέτει ασήμαντα ποσοστά του ΑΕΠ για τις άλλες δαπάνες κοινωνικής προστασίας όπως τα επιδόματα ανεργίας και τα οικογενειακά επιδόματα. Οι συντάξεις στην Ελλάδα σε μονάδες αγοραστικής δύναμης είναι οι μικρότερες στις χώρες τις ΕΕ. Χαρακτηριστικά του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος είναι οι εντυπωσιακές ανισότητες ανάμεσα στους φορείς ασφάλισης και ότι στο σύνολο τους οι παροχές είναι αισθητά χαμηλότερες σε σύγκριση με τις αντίστοιχες άλλων χωρών της ΕΕ.
Όταν συγκρίνεται η κανονική ηλικία συνταξιοδότησης στις χώρες της ΕΕ η Ελλάδα δεν έχει τα χαμηλότερα όρια ούτε για τους άνδρες ούτε για τις γυναίκες. Η πρόωρη συνταξιοδότηση ατόμων που συνταξιοδοτούνται με μειωμένες προϋποθέσεις σε ηλικία μικρότερη της κανονικής, αποτελεί την πληγή του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος σε ταμεία εκτός των τριών μεγάλων ασφαλιστικών φορέων (ΟΓΑ, ΙΚΑ, ΤΕΒΕ). Στο Δημόσιο, στις Τράπεζες και στους Οργανισμούς Κοινής Ωφέλειας επικεντρώνεται το πρόβλημα: δεκάδες χιλιάδες άτομα συνταξιοδοτήθηκαν σε ηλικία κάτω των 45 ετών και εκατοντάδες χιλιάδες σε ηλικία κάτω των 60 ετών. Χάρη σε ευνοϊκές ρυθμίσεις άτομα με εργασία 15-20 ετών επιβαρύνουν το ασφαλιστικό σύστημα με συντάξεις ή περίθαλψη για πολλά χρόνια, περισσότερα μερικές φορές από όσα εργάστηκαν. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι με τους νόμους που ψηφίστηκαν στη δεκαετία του 1990 έχουν σημαντικά περιοριστεί οι δυνατότητες πρόωρης συνταξιοδότησης.
Τα διαχειριστικά ελλείμματα ορισμένων φορέων και ιδιαίτερα του μεγαλύτερου Ασφαλιστικού Οργανισμού, του ΙΚΑ, προβληματίσουν. Οι δαπάνες για τις συντάξεις αυξήθηκαν σημαντικά και τα έσοδα δεν αυξήθηκαν ανάλογα. Ποιοι είναι οι παράγοντες που ευθύνονται γι' αυτήν την κατάσταση; Στην Ελλάδα λόγω των ιδιαιτεροτήτων που παρουσιάζουν τα αίτια της αύξησης των δαπανών για τις συντάξεις δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί το ποσοστό του κάθε παράγοντα στην αύξηση αυτών των δαπανών, όπως έχει γίνει σε άλλες χώρες. Ο δημογραφικός παράγοντας, δηλαδή η μείωση των γεννήσεων και η αύξηση της προσδοκώμενης ζωής των ηλικιωμένων, αποτελεί μία από τις αιτίες, που δεν είναι η πιο σημαντική. Οικονομικοί παράγοντες παίζουν το σπουδαιότερο ρόλο. Η ανεργία ευθύνεται περισσότερο από τις δημογραφικές εξελίξεις διότι έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των απασχολούμενων, την απώλεια εισφορών και τις αυξημένες δαπάνες για παροχές ανεργίας. Η επέκταση της κάλυψης και η βελτίωση του επιπέδου των παροχών, συνέβαλαν επίσης στην αύξηση των δαπανών. Για τη σημερινή κατάσταση πολλών ασφαλιστικών φορέων και ιδιαίτερα για τα ελλείμματα του ΙΚΑ ευθύνονται οι εξής παράγοντες: α) οι δεσμεύσεις στη διαχείριση και η λόγω κυβερνητικών παρεμβάσεων μη αξιοποίηση των αποθεματικών των ασφαλιστικών φορέων, τα οποία ήταν βάσει Νόμου δεσμευμένα στην Τράπεζα της Ελλάδος με επιτόκιο που όριζε η Νομισματική Επιτροπή, σχεδόν πάντοτε χαμηλότερο από το επιτόκιο ταμιευτηρίου των εμπορικών τραπεζών. Σε συνδυασμό με τον καλπάζοντα πληθωρισμό "εξανεμίστηκαν" τα αποθεματικά. β) Η υποχρεωτική αγορά τίτλων του Δημοσίου και μετοχών από ασφαλιστικούς φορείς με τρόπο συχνά επιζήμιο για την περιουσία τους. Το 1998-99 με τη μεγάλη άνοδο του χρηματιστηρίου τα διαθέσιμα των ασφαλιστικών φορέων γνώρισαν σημαντική άνοδο. Είναι όμως δυνατό να εξαρτώνται οι μελλοντικές συντάξεις από τα παιχνίδια των κερδοσκόπων στα χρηματιστήρια; γ) Η αγορά ακινήτων χωρίς ουσιαστική απόδοση, δ) η εισφοροδιαφυγή -το κράτος οφείλει τα μεγαλύτερα ποσά από εισφορές στο ΙΚΑ και οι εισφοροαπαλλαγές, ε) η πληρωμή τόκων που ξεπερνούσαν κάποτε και το 30% για την εξυπηρέτηση δανείων, θεσμικοί παράγοντες όπως η ωρίμανση των συστημάτων σύνταξης, αθεμελίωτες ρυθμίσεις για συνταξιοδοτικές παροχές (π.χ. ένταξη στο ΙΚΑ ομάδων εργαζόμενων στους οποίους παρέχεται η δυνατότητα συνταξιοδότησης με μειωμένες προϋποθέσεις χωρίς το κράτος να καταβάλλει ασφαλιστικούς φορείς το ποσό που αντιστοιχεί σ' αυτές τις παροχές), ο μεγάλος αριθμός των ανασφάλιστων εργαζομένων. Τόσο η πρόωρη συνταξιοδότηση όσο και η καταχρηστική εφαρμογή των διατάξεων στο χώρο των συντάξεων αναπηρίας, αποτελούν σημαντικές αιτίες. Οι οργανωτικοί παράγοντες όπως η έλλειψη αποτελεσματικότητας του διοικητικού προσωπικού και του διαχειριστικού ελέγχου έχουν ως συνέπεια την απώλεια σημαντικών εσόδων.
Με άλλα λόγια οι διαρθρωτικές αδυναμίες της Ελληνικής οικονομίας (π.χ. ανεργία) θεσμικοί παράγοντες όπως η πρόωρη συνταξιοδότηση στο Δημόσιο, τις ΔΕΚΟ και τις τράπεζες και κυρίως η πολιτική του κράτους στη μεταπολεμική περίοδο ευθύνονται πολύ περισσότερο από τη γήρανση του πληθυσμού για τη σημερινή κρίση του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας. Το κράτος εκμεταλλεύθηκε την περιουσία των ασφαλιστικών φορέων με διάφορους τρόπους και σήμερα ακόμη είναι ο μεγαλύτερος οφειλέτης τους και οι εργοδότες, με την ανοχή του κράτους, δεν ήταν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους για έγκαιρη και ακέραιη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών. Οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι είναι οι λιγότερο υπεύθυνοι και δεν είναι δίκαιο να επωμιστούν αυτοί τα βάρη. Επομένως η επίλυση του προβλήματος δεν βρίσκεται, ούτε στην αύξηση των εισφορών ούτε στη μείωση των παροχών, ούτε στην ιδιωτική ασφάλιση, που δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κοινωνική, παρά να έχει μόνο συμπληρωματικό ρόλο για τα άτομα με μεσαία και μεγάλα εισοδήματα, αλλά στην αύξηση του ποσοστού του ΑΕΠ για την κοινωνική προστασία, σε ποσοστό που να φτάνει τουλάχιστον εκείνο της φτωχότερης χώρας της ΕΕ, της Πορτογαλίας, ή ακόμα καλύτερα το μέσο όρο των χωρών της ΕΕ. Με άλλα λόγια το κράτος πρόνοιας χρειάζεται ενίσχυση και όχι συρρίκνωση. Αναμφισβήτητα απαιτούνται μεταρρυθμίσεις που πρέπει να έχουν ως στόχο να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος και να υιοθετηθούν λύσεις ριζοσπαστικές.
Η Ελλάδα υστερεί σε σύγκριση με τις περισσότερες χώρες της ΕΕ και της Δυτικής Ευρώπης στις δαπάνες για την υγεία. Η κατά κεφαλή δαπάνη υγείας σε δολλάρια ήταν το 1996 στην Ελλάδα 865 δολλάρια σχεδόν το 1/3 της δαπάνης της Γερμανίας, περίπου το μισό των περισσότερων χωρών της Ε Ε, ακόμη μικρότερη και από την Πορτογαλία (1082 $). Παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια μεγάλη αύξηση των δαπανών για την υγεία, σε τρέχουσες και σε σταθερές τιμές. Ωστόσο ως ποσοστό του ΑΕΠ το 1996 η Ελλάδα δαπανούσε περισσότερα από τη Δανία και λίγο λιγότερα από χώρες που παρέχουν ποσοστικά και ποιοτικά πολύ ικανοποιητικές υπηρεσίες υγείας (π.χ. Η.Β., Σουηδία). Οι δημόσιες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ σημείωσαν μεγάλη αύξηση και είναι παραπλήσιες με τις δαπάνες χωρών όπως η Δανία, η Ιρλανδία, η Ιταλία και η Ισπανία. Οι περισσότερες δημόσιες δαπάνες αφορούν τη νοσοκομειακή και ένα μεγάλο μέρος τη φαρμακευτική περίθαλψη. Με τη γήρανση του πληθυσμού αυξάνονται οι δαπάνες υγείας διότι οι μεγαλύτεροι καταναλωτές υπηρεσιών υγείας είναι οι ασθενείς ή/και ανάπηροι ηλικιωμένοι οι οποίοι έχουν μεγάλες απαιτήσεις από το σύστημα υγείας. Όπως προκύπτει από μελέτες της ΕΕ το 60% των δαπανών για την υγεία ενός ατόμου συγκεντρώνονται στο έτος που προηγείται του θανάτου του, όποια και αν είναι η ηλικία του, ενώ ελληνική μελέτη δείχνει ότι τα 2/3 του κόστους περίθαλψης αφορούν τα 5 τελευταία χρόνια της ζωής και από αυτά το μισό τουλάχιστον τους τελευταίους 6 μήνες. 'Άλλες επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι η δημόσια δαπάνη για την περίθαλψη υγείας ενός ηλικιωμένου είναι 3 έως 7 φορές υψηλότερη σε σύγκριση με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Οι δημόσιες δαπάνες ως ποσοστό των δημοσίων δαπανών δεν υστερούν ιδιαίτερα σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρώπης. Ωστόσο η κάλυψη των αναγκών του Ελληνικού πληθυσμού από το δημόσιο τομέα στη χώρα μας είναι απαράδεκτη. Οι δημόσιες δαπάνες υγείας μικρή αύξηση απαιτούν για να πλησιάσουν τους δείκτες των πιο αναπτυγμένων χωρών της ΕΕ. Περισσότερο όμως από αύξηση χρειάζονται "νοικοκύρεμα". Υψηλές είναι οι ιδιωτικές δαπάνες που αποτελούν το 1/4 του συνόλου. Το μεγάλο πρόβλημα είναι η σπατάλη των διαθέσιμων πόρων και η παραοικονομία στο χώρο της υγείας όπου διοχετεύεται ένα συνεχώς αυξανόμενο ποσοστό των συνολικών δαπανών για την υγεία. Η παραοικονομία στον υγειονομικό τομέα συνδέεται με την ακύρωση της ασφαλιστικής κάλυψης, την έλλειψη προστασίας των χρηστών και στερεί σημαντικούς πόρους από τις προσπάθειες βελτίωσης και εκσυγχρονισμού του συστήματος υγείας. Στο μέλλον η γήρανση του πληθυσμού και τα εκφυλιστικά νοσήματα τα οποία συνδέονται με την μεγάλη ηλικία, η προαγωγή της πρωτοβάθμιας περίθαλψης με στόχο την πρόληψη και της δευτεροβάθμιας περίθαλψης της οποίας η υποδομή και η στελέχωση σε νοσηλευτικό και βοηθητικό προσωπικό βρίσκεται σε απαράδεκτη κατάσταση, η εφαρμογή νέων τιμών στα νοσηλεία και στις ιατρικές πράξεις, αναμένεται να προκαλέσουν μεγάλη αύξηση των δαπανών υγείας. Επειδή δεν είναι δυνατόν να σταματήσει η προσπάθεια για πρόληψη στο όνομα των μελλοντικά αυξημένων δαπανών υγείας, ούτε η φροντίδα για την υγεία των πολιτών ιδιαίτερα των ατόμων με χαμηλά εισοδήματα, απαιτείται σωστή κατανομή των πόρων, έλεγχος των δαπανών αυστηρή τιμωρία όσων ευθύνονται για την σπατάλη και των "διαπλεκόμενων" στη παραοικονομία στο χώρο της υγείας και ενδεχομένως επιβολή κάποιων περιορισμών π.χ. ορισμένων διαγνωστικών εξετάσεων που είναι περιττές, λογική χρήση των μέσων υψηλής τεχνολογίας, περιορισμός των πολυέξοδων θεραπειών καρκίνου με μηδαμινά αποτελέσματα και συνέπεια την κακή ποιότητα ζωής, καθώς και με τον περιορισμό της άσκοπης χρήσης της βιοϊατρικής τεχνολογίας. Η εφαρμογή συγχρόνων μεθόδων διοίκησης και η καλύτερη διαχείριση των υπαρχόντων πόρων θα οδηγήσει στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας των υπηρεσιών υγείας.
Η συμμετοχή των ηλικιωμένων στο εργατικό δυναμικό παρουσιάζει μεγάλες διαφορές στις χώρες της ΕΕ. Στην Ελλάδα εργάζονται περισσότεροι ηλικιωμένοι άνδρες και γυναίκες. Τα ποσοστά συμμετοχής των ηλικιωμένων διαφέρουν ανάλογα με το φύλο και την οικογενειακή κατάσταση και μειώνονται με την αύξηση της ηλικίας. Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι απασχολούνται στη γεωργία και η μερική απασχόληση είναι σημαντική. Το ερώτημα που προκύπτει αφορά τη συμμετοχή των ηλικιωμένων στην παραοικονομία. Στο μέλλον θα υπάρξει γήρανση του παραγωγικού πληθυσμού. Επειδή οι νέοι εργαζόμενοι θα σπανίζουν οι εργοδότες θα έχουν κίνητρο να ενθαρρύνουν ηλικιωμένους να παραμείνουν περισσότερο στην αγορά εργασίας. Εξάλλου θα δημιουργηθούν ευκαιρίες απασχόλησης στην κατ' οίκον βοήθεια-νοσηλεία για ηλικιωμένους που θα απασχολούνται σε αμειβόμενη ή εθελοντική εργασία για να αντιμετωπίσουν ένα μέρος των αναγκών ασθενών και ανάπηρων ηλικιωμένων. Στην Ελλάδα το εργατικό δυναμικό μπορεί να διευρυνθεί με την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών, την είσοδο μεταναστών και την απασχόληση ηλικιωμένων.
Το επίπεδο εκπαίδευσης των ηλικιωμένων σε όλες τις χώρες της ΕΕ είναι χαμηλότερο από εκείνο των νεότερων. Στην Ελλάδα ο αναλφαβητισμός των ηλικιωμένων, περιορίζεται με την πάροδο του χρόνου, αλλά είναι ακόμη σημαντικός. Δεδομένου ότι τα ποσοστά των ηλικιωμένων αναλφάβητων ή χαμηλού επιπέδου εκπαίδευσης μειώνονται με ρυθμό βραδύτερο σε σύγκριση με την άνοδο του εκπαιδευτικού επιπέδου των νέων, διευρύνεται το χάσμα και οι δυσκολίες επικοινωνίας ανάμεσα στις παλαιότερες και τις νεότερες γενεές. Με τη δια βίου εκπαίδευση μπορεί εν μέρει να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα.
Εξετάστηκαν οι σχέση και αλληλεπιδράσεις της δημογραφικής και της ατομικής γήρανσης με την οικονομία: την παραγωγή, την παραγωγικότητα, την οικονομική ανάπτυξη, την αποταμίευση, τις επενδύσεις και την κατανάλωση. Οι σχέσεις ηλικιωμένων και κοινωνίας παρουσιάστηκαν μέσα από το πρίσμα της κοινωνικής συμμετοχής, της αλληλεγγύης ανάμεσα στις γενεές και των σχέσεων νέων και ηλικιωμένων. Επιχειρήθηκε η ψυχολογική προσέγγιση των γηρατειών και αναλύθηκαν οι πολιτισμικές και ηθικές διαστάσεις της γήρανσης των πληθυσμών και των ανθρώπων.
Σε πολλές χώρες η αυξανόμενη αριθμητική δύναμη των ηλικιωμένων, έχει οδηγήσει τους πολιτικούς, τους υπεύθυνους της δημόσιας διοίκησης και επιστήμονες σε μια στροφή προς τα προβλήματα τους. Στην Ελλάδα οι ηλικιωμένοι αποτελούν ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος, μεγαλύτερο από τη συμμετοχή τους στον πληθυσμό. Ιδιαιτερότητα της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας αποτελεί το έντονο πολιτικό ενδιαφέρον το οποίο δηλώνουν οι Έλληνες άνδρες ηλικίας 65-69 ετών. Ως προς την πολιτική συμπεριφορά οι έρευνες έδειξαν ότι οι ηλικιωμένοι συζητούν πολιτικά θέματα, υποστηρίζουν πολιτικές θέσεις και ιδέες και παίζουν αποφασιστικό ρόλο στα εκλογικά αποτελέσματα. Ενώ όλες οι προεκλογικές δημοσκοπήσεις δείχνουν μεγάλα ποσοστά αναποφάσιστων, οι περισσότεροι βρίσκονται στις νεαρές και μεσαίες ηλικίες ενώ οι ηλικιωμένοι φαίνονται πιο αποφασισμένοι. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν οι ηλικιωμένοι αποτελούν πολιτική δύναμη. Μερικοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι ηλικιωμένοι δεν ψηφίζουν μαζικά και ότι μόνο εξ αιτίας του αριθμού τους και της αναλογίας τους στον πληθυσμό δεν αποτελούν πολιτική δύναμη. Ωστόσο σε ειδικά θέματα που τους αφορούν π.χ. συντάξεις, δαπάνες υγείας, πρόνοιας κλπ. οι ηλικιωμένοι έχουν την τάση να ψηφίζουν μαζικά και αποτελούν πολιτική δύναμη. Οι μελέτες στην Ευρώπη προβλέπουν ότι στο μέλλον οι ηλικιωμένοι θα αποκτήσουν μεγάλη πολιτική δύναμη εξ αιτίας του αριθμού τους και της αναλογίας τους στον πληθυσμό και του γεγονότος ότι θα είναι πιο μορφωμένοι και πιο "πολιτικοποιημένοι". Αν και το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων αποτελείται από άτομα κάτω των 65 ετών, δεν είναι δυνατόν να αγνοηθεί το 1/4 περίπου των ψηφοφόρων. Ήδη στην Ολλανδική Βουλή υπάρχουν 2 κόμματα ηλικιωμένων που διαθέτουν 7 στους 150 βουλευτές. Στις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας το 1995 οι ηλικιωμένοι θεωρήθηκαν υπολογίσιμη πολιτική δύναμη αφού αποτελούσαν το 25% του εκλογικού σώματος και το 30% εκείνων που ψηφίζουν. Στην Ελλάδα χρειάζεται μια πανελλήνια έρευνα που να εξετάζει κατά πενταετείς ομάδες ηλικιών όχι μόνο τους 65 ετών και άνω αλλά και τις ηλικίες 45-64 ετών. Είναι πολύ πιθανό τα αποτελέσματα μιας τέτοιας έρευνας να δείξουν ότι η συμμετοχή στις εκλογές υπερηλίκων είναι εντυπωσιακή.
Στην Ελλάδα όπως προκύπτει από παλιότερη έρευνα τα αιτήματα των ηλικιωμένων προς την πολιτική ηγεσία είναι: ειρήνη, ησυχία, πολιτική σταθερότητα, ικανοποιητικές συντάξεις, πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, χαμηλές τιμές αγαθών και υπηρεσιών που χρησιμοποιούν. Με τα αιτήματα των ηλικιωμένων συμφωνούν και τα παιδιά και οι φροντιστές τους. Δημογραφική γήρανση και μείωση της θνησιμότητας στις μεγάλες ηλικίες σημαίνει ότι περισσότεροι ηλικιωμένοι είναι εκλογείς, περισσότεροι απασχολούμενοι θα έχουν ηλικιωμένους γονείς και πολλοί θα προσδοκούν να ζήσουν μέχρι τα 80, δηλαδή θα σκέφτονται τα δικά τους γηρατειά. Επομένως στα δίκαια αιτήματα τους οι ηλικιωμένοι ψηφοφόροι θα υποστηρίζονται από τους περισσότερους νεότερους.
Οι ηλικιωμένοι δεν αποτελούν ομοιογενή ομάδα. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις ομάδες ηλικιών (νέοι ηλικιωμένοι και υπερήλικες) στα φύλα, στην υγεία, στην οικογενειακή κατάσταση, στο επάγγελμα κατά τη διάρκεια της οικονομικά ενεργού ζωής, στο μέγεθος και τις πηγές εισοδήματος, στις κοινωνικές προσδοκίες, στην ψυχολογική κατάσταση, στην ικανοποίηση από τη ζωή. Οι διαφορές που παρατηρούνται αυξάνονται όσο προχωρεί η ηλικία. Οι διαδοχικές γενεές που φτάνουν στα γηρατειά διαφέρουν επίσης με αποτέλεσμα τη διαφορετική ζήτηση για υπηρεσίες υγείας, στήριξη εισοδήματος κλπ. Η ταχύτητα και η ένταση των γηρατειών ποικίλλει από άτομο σε άτομο τόσο στο φυσιολογικό όσο και στο ψυχολογικό επίπεδο.
Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι είναι σωματικά και πνευματικά υγιείς, αυτόνομοι και ικανοί να ζήσουν κανονική, παραγωγική ζωή. Ενώ σε κάθε ηλικία μπορεί ένα άτομο να καταστεί ανάπηρο και εξαρτημένο και να χρειάζεται συνεχή βοήθεια από άλλο άτομο, η μακροχρόνια περίθαλψη αυξάνει σημαντικά μετά τα 75 χρόνια: στις μεγάλες ηλικίες τα άτομα αντιμετωπίζουν μεγαλύτερους κινδύνους να προσβληθούν από κάποια ασθένεια και αρκετοί ηλικιωμένοι χρειάζονται περίθαλψη και βοήθεια. Ορισμένοι υπερήλικες που νοσηλεύθηκαν σε νοσοκομείο, μετά την έξοδο τους δεν μπορούν να επιστρέψουν στο περιβάλλον τους με προσδοκίες ότι θα ανακτήσουν το προηγούμενο είδος ζωής τους. Πρέπει όμως να υπογραμμιστεί ότι η εμφάνιση της εξάρτησης, όταν συμβαίνει, γίνεται σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία. Στη μεγάλη ηλικία σημειώνονται μεταβολές και ασθένειες των διαφόρων συστημάτων του ανθρώπου:
του καρδιαγγειακού, του κεντρικού νευρικού, του μυοσκελετικού, του αναπνευστικού, του γαστρεντερικού, του ουροποιητικού, του ενδοκρινικού κ.α. Επίσης παρατηρούνται ψυχικά νοσήματα, πνευματικές διαταραχές, μεταβολές της προσωπικότητας. Η σημαντική αύξηση του μέσου όρου ζωής έχει ως επακόλουθο όχι μόνο την αύξηση του γεροντικού πληθυσμού αλλά και την εμφάνιση νοσημάτων που απαιτούν ιδιαίτερες φροντίδες και θεραπεία τα οποία προηγουμένως, λόγω της μικρής διάρκειας ζωής, δεν είχαν τη δυνατότητα να εκδηλωθούν.
Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι έχουν παιδιά και αδέλφια. Η συγκατοίκηση, εκτός από τη συγκατοίκηση συζύγων, δεν αποτελεί πολύ συχνό φαινόμενο, όμως εξακολουθεί να υπάρχει, περισσότερο στις αγροτικές παρά στις αστικές περιοχές. Η απόσταση αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τις επαφές ανάμεσα σε παιδιά -εγγόνια και ηλικιωμένους. Τα περισσότερα παιδιά διατηρούν στενούς δεσμούς με τους γονείς τους και έχουν πολύ συχνές επαφές μαζί τους. Οι δεσμοί ανάμεσα σε ηλικιωμένους, παιδιά και εγγόνια όχι μόνο υπάρχουν αλλά είναι και πολύ ισχυροί. Οι ηλικιωμένοι προτιμούν να ζουν σε δικό τους νοικοκυριό αλλά κοντά στο σπίτι των παιδιών τους και οι περισσότεροι είναι ικανοποιημένοι από τις επαφές που έχουν με τα παιδιά τους. Παρά το γεγονός ότι η πυρηνική οικογένεια αποτελεί τον κανόνα, πατριαρχικές οικογένειες υπάρχουν ακόμα στην Ελλάδα κυρίως στις αγροτικές περιοχές και σε πολύ μικρότερο βαθμό στις αστικές περιοχές. Σε περίπτωση χηρείας η χήρα ή ο χήρος γονιός μπορεί να συγκατοικήσει με τα παιδιά του. Είναι μύθος ότι ένα μεγάλο ποσοστό ηλικιωμένων έχουν εγκαταλειφθεί ή ιδρυματοποιηθεί. Περισσότερες ηλικιωμένες γυναίκες ζουν μόνες φροντίζοντας τον εαυτό τους καλύτερα από τους άνδρες. Η μοναχική διαβίωση αυξάνει με την πάροδο της ηλικίας ενώ η συμβίωση μειώνεται. Στις αγροτικές περιοχές και ιδιαίτερα σε ορεινά χωριά οι ηλικιωμένοι μπορεί να είναι οι περισσότεροι ή οι μοναδικοί κάτοικοι. Παιδιά και εγγόνια δέχονται οικονομική βοήθεια από τους ηλικιωμένους γονείς με μεσαία ή υψηλά εισοδήματα και οι ηλικιωμένοι, ιδιαίτερα οι ηλικιωμένες γυναίκες προσφέρουν πολλές υπηρεσίες στην οικογένεια: φύλαξη παιδιών εργαζομένων γονέων, φροντίδα σπιτιού κλπ. Οι ηλικιωμένοι δέχονται βοήθεια σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας ασθένειας και εξάρτησης.
Στην Ελλάδα οι ηλικιωμένοι είναι συχνά ιδιοκτήτες της κατοικίας τους, αλλά τα σπίτια τους έχουν λιγότερες ανέσεις σε σύγκριση με τις κατοικίες των νεότερων. Ο δείκτης ανέσεων των κατοικιών ηλικιωμένων στην Ελλάδα είναι ένας από τους χαμηλότερους στις χώρες της ΕΕ.
Η χρήση του ελεύθερου χρόνου τον οποίο διαθέτουν οι ηλικιωμένοι εξαρτάται από την κατάσταση της υγείας και της κινητικότητας, από τον τόπο διαμονής, από το φύλο, το επίπεδο εκπαίδευσης, το εισόδημα και την ύπαρξη ευχάριστων ερασιτεχνικών απασχολήσεων (χόμπι). Ένα από τα συμπεράσματα ελληνικών ερευνών που έγιναν στα ΚΑΠΗ είναι ότι οι περισσότεροι ηλικιωμένοι δεν πήγαν διακοπές τον τελευταίο -πριν από την έρευνα- χρόνο.
Μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες χαρακτηρίζουν τον ηλικιωμένο πληθυσμό. Ανάμεσα τους βρίσκονται μερικοί από τους πιο πλούσιους και τους οικονομικά ισχυρούς ανθρώπους της χώρας: εφοπλιστές, βιομήχανοι, επιχειρηματίες, μεγαλοεισοδηματίες και πολλοί από τους πιο φτωχούς. Η Ελλάδα είναι η πιο φτωχή χώρα της ΕΕ, μετά την Πορτογαλία. Έρευνα στις χώρες της ΕΕ έδειξε ότι η αναλογία φτωχών ηλικιωμένων νοικοκυριών ενός ατόμου είναι πολύ μεγαλύτερη στην Ελλάδα σε σύγκριση με το μέσο όρο των χωρών της ΕΕ. Το εισόδημα των ηλικιωμένων προέρχεται από την κοινωνική ασφάλιση, από επικουρικές συντάξεις, από εργασία, από αποταμιεύσεις και περιουσία. Η σύνταξη είναι συνάρτηση της απασχόλησης που είχε το άτομο στην οικονομικά ενεργό ζωή του και το ύψος της σηματοδοτεί το βιοτικό επίπεδο των περισσότερων συνταξιούχων. Παλαιότερες Ελληνικές έρευνες έδειξαν ότι οι περισσότεροι ηλικιωμένοι είναι ικανοί να τα κανονίζουν τις υποθέσεις τους και να "τα βγάζουν πέρα" με το εισόδημα τους -αν και περισσότερες γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα- ενώ αρκετοί δέχονται βοήθεια από τα παιδιά τους. Ο χαμηλοσυνταξιούχοι χωρίς άλλα εισοδήματα και χωρίς παιδιά, ιδιαίτερα στις αστικές περιοχές, δεν καλύπτουν τις βασικές τους ανάγκες επομένως αντιμετωπίζουν προβλήματα φτώχειας, κακές συνθήκες διαβίωσης, απομόνωση, περιθωριοποίηση, αδυναμία για περίθαλψη. Με την πάροδο του χρόνου ο ηλικιωμένος είναι λιγότερο ικανός για εργασία και πολλοί συνταξιούχοι δεν έχουν αποταμιεύσεις: δεν έχουν πια ή δεν είχαν ποτέ. Οι συντάξεις στην Ελλάδα σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (ΜΑΔ) είναι από τις χαμηλότερες στην ΕΕ. Αποτελούν το 1/3 τον συντάξεων του Λουξεμβούργου και το μισό ή λιγότερο των συντάξεων του Βελγίου, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ολλανδίας και της Ιταλίας. Οι συντάξεις παρουσιάζουν τεράστιες διαφορές ανάλογα με τους ασφαλιστικούς φορείς και στον ίδιο ασφαλιστικό φορέα, οι κατώτερες συντάξεις, που αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό των συντάξεων, είναι 5 φορές χαμηλότερες από την ανώτερη, που αφορά συνήθως λίγα άτομα. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή σημείωσε πολύ μεγαλύτερη αύξηση σε σύγκριση με εκείνη των συντάξεων. Οι αυξήσεις των τιμών αγαθών και υπηρεσιών έχουν σημαντικές επιπτώσεις στον οικογενειακό προϋπολογισμό των ηλικιωμένων. Διάφορες μελέτες δείχνουν την απώλεια της αγοραστικής δύναμης των συνταξιούχων. Η κατανομή των φορολογικών βαρών είναι άδικη εις βάρος των συνταξιούχων και η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας επί πολλά έτη (με μοναδική εξαίρεση το 1997) καταλήγει στην υπερφορολόγησή τους. Τέλος οι συντάξεις δεν είναι απλώς πενιχρές για τους περισσότερους συνταξιούχους, αλλά μερικές φορές κάνουν πολλούς μήνες ακόμη και μερικά χρόνια για να αποδοθούν στους δικαιούχους. Το επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης στους χαμηλοσυνταξιούχους είναι ασήμαντο και η κατά 50% αύξηση του το 1998 αντιπροσωπεύει την αγορά ενός γιαουρτιού την ημέρα.
Επιχειρείται να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αν είναι φιλική η αγορά εργασίας στους ηλικιωμένους, αν υπάρχει ανάγκη να εργάζονται, αν οι ίδιοι επιθυμούν να εργάζονται και παρατίθενται απόψεις της κοινής γνώμης για την απασχόληση των ηλικιωμένων. Δίνεται έμφαση στην παραγωγικότητα και την καλλιτεχνική δημιουργικότητα στα γηρατειά, με συγκεκριμένα παραδείγματα από το χώρο των επιστημών και των τεχνών.
Η σεξουαλικότητα δεν εγκαταλείπει ποτέ τον άνθρωπο. Ωστόσο όπως όλες οι λειτουργίες, έτσι και η σεξουαλική παρουσιάζει μεταβολές και επιβραδύνεται. Δεν σταματά όμως ποτέ να είναι ευχάριστη. "Δραστήριοι νέοι εραστές είναι και δραστήριοι ηλικιωμένοι εραστές". Για να διατηρηθεί η σεξουαλικότητα ο ηλικιωμένος πρέπει να προσέχει την υγεία του, τη διατροφή του, να μη φτάνει σε υπερβολές για να αποδείξει ότι είναι νέος. Η συντροφικότητα το "εσύ και εγώ είμαστε μαζί" είναι σημαντική στις μεγάλες ηλικίες.
Ο ηλικιωμένος μπορεί να είναι δράστης ή θύμα παραβατικής συμπεριφοράς. Ο ακριβής υπολογισμός της κακοποίησης του ηλικιωμένου είναι πολύ δύσκολος και υπάρχουν πολλές μορφές κακοποίησης. Οι ελληνικές έρευνες δείχνουν ότι η ενεργητική και η παθητική κακοποίηση ηλικιωμένων δεν είναι άγνωστο φαινόμενο, ότι η συχνότερη μορφή είναι η ψυχολογική και ιδιαίτερα η λεκτική κακοποίηση -η οποία μπορεί να είναι οδυνηρή για τον ηλικιωμένο - και ότι υπάρχει βία στην οικογένεια, στο ίδρυμα, στην πόλη, ακόμα και κρατική βία. Ωστόσο η ελληνική κοινωνία δεν αντιμετωπίζει, προς το παρόν τουλάχιστον, σοβαρό πρόβλημα βίας και κακοποίησης των ηλικιωμένων ατόμων στην οικογένεια τους, ενώ τα βαριά περιστατικά είναι ελάχιστα.
Η "άτυπη φροντίδα" παρέχει το μεγαλύτερο μέρος της φροντίδας και κοινωνικής υποστήριξης σε ευάλωτους ηλικιωμένους. Οι υπερήλικες άνω των 85 ετών, είναι οι πιο ευάλωτοι και έχουν συχνότερα από τους νεότερους ανάγκη για περίθαλψη και περιποίηση. Φροντιστές είναι τα μέλη της οικογένειας από την ίδια ή άλλη γενεά, και η φροντίδα είναι κυρίως δουλειά των γυναικών: οι σύζυγοι, οι κόρες και οι νύφες είναι οι βασικοί φροντιστές. Ο χρόνος της φροντίδας ποικίλλει από λίγες ημέρες μέχρι πολλά χρόνια. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει η συμπαράσταση κρατικών ή δημοτικών υπηρεσιών, όπως υπάρχει σε άλλες χώρες της ΕΕ. Μόνο τα τελευταία χρόνια εφαρμόστηκαν μερικά πιλοτικά προγράμματα. Αρκετές/οί από τους φροντιστές είναι εργαζόμενες/οι και μερικές/οί αποτελούν τη μοναδική πηγή η εισοδήματος της οικογένειας. Το κόστος της φροντίδας φέρει ο ίδιος ο ηλικιωμένος από τις αποταμιεύσεις του ή από τη σύνταξη του, ή/και ο φροντιστής του. Η φροντίδα των ηλικιωμένων απαιτεί μεγάλη σωματική και ψυχική προσπάθεια, ιδιαίτερα όταν ο φροντιστής ασχολείται με άτομο που πάσχει από άνοια. Επιχειρείται να δοθεί μία απάντηση στο ερώτημα αν στο μέλλον οι οικογένειες θα μπορούν και θα θέλουν να φροντίζουν τους ηλικιωμένους.
Οι ηλικιωμένοι χρησιμοποιούν περισσότερο από τους νεότερους τις υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας που απευθύνονται στο σύνολο του πληθυσμού. Επιχειρήθηκε η κριτική παρουσίαση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας περίθαλψης υγείας στην Ελλάδα. Το συμπέρασμα είναι ότι οι υπηρεσίες, είτε πρόκειται για ανοικτή είτε για κλειστή περίθαλψη παρουσιάζουν ανεπάρκειες και ανισότητες και δεν εξυπηρετούν τους ηλικιωμένους που μένουν σε απομακρυσμένες περιοχές ή σε μικρά νησιά. Τα νοσοκομεία και θεραπευτήρια χρονίως πασχόντων παρουσιάζουν πολλές ελλείψεις που καθιστούν προβληματική την περίθαλψη όλων των πολιτών και ιδιαίτερα των ηλικιωμένων. Ο μοναδικός σε ευρωπαϊκή κλίμακα θεσμός των αποκλειστικών νοσοκόμων, που είναι απαραίτητες για τους βαριά αρρώστους και για όσους δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν, αφού το νοσηλευτικό προσωπικό είναι ανεπαρκές για να καλύψει τις ανάγκες τους, στοιχίζει πολλά χρήματα στον ασθενή και την οικογένεια του και καθιστά πανάκριβη την δωρεάν περίθαλψη που θα έπρεπε να έχουν οι συνταξιούχοι. Ωστόσο στα νοσοκομεία οι Έλληνες γιατροί και νοσοκόμοι με σκληρή δουλειά και αίσθημα ευθύνης εξασφαλίζουν σχεδόν πάντοτε στον άρρωστο ένα ελάχιστο όριο ιατρικής και νοσηλευτικής προσφοράς και τις περισσότερες φορές άριστες ιατρικές υπηρεσίες.
Η κριτική παρουσίαση των υπηρεσιών που απευθύνονται μόνο σε ηλικιωμένους (ΚΑΠΗ, γηροκομεία κλπ.) έδειξε τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία και παρέθεσε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των ιδρυμάτων για ηλικιωμένους. Τα κρατικά και τα περισσότερα από τα άλλα γηροκομεία απαιτούν να είναι αυτοεξυπηρετούμενοι οι ηλικιωμένοι όταν εισέρχονται, ενώ στα θεραπευτήρια χρονίως πασχόντων υπάρχουν μακρές λίστες αναμονής. Τα ιδρύματα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ιδιαίτερα το Γηροκομείο Αθηνών, το Γηροκομείο Πειραιώς και τα γηροκομεία της εκκλησίας είναι χωρίς αμφιβολία τα καλύτερα. Η ανεπάρκεια των θέσεων σ' αυτά τα ιδρύματα, τα μεγάλα κέρδη των επιχειρήσεων ιδρυματικής περίθαλψης και η αύξηση του αριθμού των ατόμων με πολύ προβληματική υγεία που δεν αυτοεξυπηρετούνται, έχουν ως συνέπεια την έντονη και αυξανόμενη παρουσία του ιδιωτικού τομέα.
Η μελέτη μας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν ευσταθεί η άποψη που δίνει έμφαση μόνο στα αρνητικά της γήρανσης του πληθυσμού και των γηρατειών του ανθρώπου. Η άποψη αυτή υποστηρίζει ότι ο αυξανόμενος ηλικιωμένος πληθυσμός, σε απόλυτους αριθμούς και ως ποσοστό του συνολικού πληθυσμού και το γεγονός ότι μερικά ηλικιωμένα άτομα, ειδικά όσα υπερβαίνουν τα 80-85 χρόνια κάνουν μεγάλη χρήση των υπηρεσιών υγείας και αποτελούν βαρύτατο οικονομικό και συναισθηματικό φορτίο για οικονομία, την κοινωνία και την οικογένεια. Οι υπηρεσίες που χρησιμοποιούν στοιχίζουν περισσότερο από εκείνες των νεότερων ατόμων και συμβάλλουν στην εντυπωσιακή αύξηση των δαπανών για την υγεία, ιδιαίτερα όταν άτομα πάσχουν από διάφορες μορφές άνοιας -της οποίας οι βαρύτερες μορφές χρειάζονται συνεχή και ειδικευμένη αγωγή σε ίδρυμα ή επί24ώρου βάσης επιτήρηση στο σπίτι-. Η άποψη αυτή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η γήρανση των πληθυσμών και των ανθρώπων είναι μια ζοφερή προοπτική που επηρεάζει και θα ασκήσει περισσότερη επίδραση στο μέλλον στις δυτικές κοινωνίες, τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο και ότι σε πολλές περιπτώσεις ο ηλικιωμένος θεωρείται βάρος για την κοινωνία.
Η άποψη αυτή δίνει έμφαση στα αρνητικά στοιχεία του βιολογικού γηρασμού, στην εξάρτηση και στην αδυναμία του οργανισμού να ανταποκρίνεται στις καθημερινές ανάγκες δηλαδή χαρακτηριστικά που αφορούν μόνο μία μειονότητα που κυμαίνεται από 7-15% του συνόλου των ηλικιωμένων. Η αρνητική προσέγγιση των ηλικιωμένων δεν είναι μόνο προσβλητική για τους ίδιους αλλά ζημιώνει την οικονομική και κοινωνική ευημερία. Αγνοεί την αξία της εμπειρίας, της σοφίας και της ειδικοτήτων που είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν με διάφορους τρόπους προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.
Εξ άλλου η έμφαση στα αρνητικά παραμελεί τα θετικά στοιχεία στα οποία τονίζει η μελέτη μας. Συγκεκριμένα παραβλέπει ότι: α) οι περισσότεροι ηλικιωμένοι είναι υγιείς και αυτοεξυπηρετούμενοι, αυτάρκεις και περνούν τη όλη τη ζωή τους χωρίς σημαντικές αναπηρίες, β) Η παράταση της ζωής είναι μία από τις μεγαλύτερες υγειονομικές και κοινωνικές κατακτήσεις. Οι αναπηρίες, σωματικές και διανοητικές των υπερηλίκων, ήταν μία φυσιολογική εξέλιξη επί αιώνες. Ελάχιστοι όμως έφταναν σ' αυτές τις ηλικίες στο παρελθόν. Σήμερα μερικές από αυτές τις αναπηρίες αντιμετωπίζονται. γ) Παράταση της ζωής βέβαια δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος παρέτεινε τα νειάτα ή την ενεργό ηλικία ή νίκησε τα γηρατειά. Σημαίνει όμως ότι κέρδισε χρόνια ζωής που είναι πολύτιμα για τον ίδιο και το κοινωνικό σύνολο. Στο μέλλον με την έγκαιρη διάγνωση και αποτελεσματική θεραπεία των παθήσεων της καρδιάς και του καρκίνου και τη μείωση των ασθενειών και των θανάτων μεσηλίκων και ηλικιωμένων χάρη στα αποτελέσματα βιοϊατρικών και κοινωνικών ερευνών μπορεί να γίνουν πρόοδοι στον καθορισμό των αιτίων των ασθενειών και των μεταβολών που συμβαίνουν φυσιολογικά με την ηλικία που οδηγούν στην αύξηση του ευάλωτου στις ασθένειες και τις αναπηρίες. Είναι ενδεχόμενο να γίνουν ανακαλύψεις που θα επιφέρουν την πρόληψη ασθενειών όπως η απώλεια της μνήμης και η πνευματική σύγχυση καθώς και την ενίσχυση της ικανότητας προστασίας του οργανισμού κατά των λοιμώξεων και των καρκίνων, δ) Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι έχουν την τάση να δίνουν παρά να ζητούν βοήθεια από την οικογένεια. Άτομα με μεσαία και μεγάλα εισοδήματα προσφέρουν οικονομική βοήθεια και περιουσιακά στοιχεία στα παιδιά τους. ε) Πολύτιμη είναι η προσφορά των ηλικιωμένων, ιδιαίτερα της ηλικιωμένης γυναίκας, στην οικογένεια. Προσφέρουν υπηρεσίες όπως: φύλαξη παιδιών των εργαζόμενων γονιών, φροντίδα άλλων ηλικιωμένων ή ανάπηρων μελών της οικογένειας, φροντίδα των άλλων ηλικιωμένων ή/και ασθενών και ανάπηρων μελών της οικογένειας. Με άλλα λόγια προσφέρουν στην οικογένεια και στην κοινωνία χρόνο, δυνάμεις, πόρους, βοήθεια, στ) Σημαντική είναι επίσης η προσφορά των ηλικιωμένων και των δύο φύλων που δραστηριοποιούνται, οι οποίοι προσφέρουν θετικές υπηρεσίες στη χώρα: υπάρχουν πολλά παραδείγματα ηλικιωμένων οι οποίοι στο παρελθόν συμμετείχαν σε μάχες ενάντια σε κατακτητές, ζ) Δεν είναι αμελητέα η προσφορά των ατόμων μεγάλης ηλικίας στην οικονομία: η απασχόληση ελεύθερων επαγγελματιών, αγροτών, συμβούλων αυξάνει το Εθνικό Εισόδημα, η) Ιδιαίτερη σημασία έχει η προσφορά στην κοινωνία: φύλαξη παιδιών, βοήθεια στο νοικοκυριό των παιδιών, επιτρέπουν στους νέους να εργαστούν, να κάνουν οικονομίες και να αναθρέψουν καλύτερα τα παιδιά τους. θ) Λίγο είναι γνωστή η προσφορά στον πολιτισμό: με το παράδειγμα τους, με την αφήγηση ιστοριών διαπαιδαγωγούν τους νεότερους, ι) Αρκετοί ηλικιωμένοι έχουν γνώσεις και εμπειρία. Η ωριμότητα και η σοφία είναι χαρακτηριστικά των μεγάλων ηλικιών. Αν και μερικοί, νέοι ηλικιωμένοι κυρίως, εργάζονται οι περισσότεροι δεν συμμετέχουν στη παραγωγή. Δεν είναι όμως αυτός λόγος για να βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνίας, απομονωμένοι, αποκλεισμένοι ή κλεισμένοι σε γηροκομεία. Ας μη παραβλέπεται ότι ένας πληθυσμός που γερνάει ίσως χρειαστεί να συγκρατήσει τους ηλικιωμένους στο εργατικό δυναμικό καθώς οι νέοι υποψήφιοι εργαζόμενοι μειώνονται αριθμητικά, ία) Οι ηλικιωμένοι είναι ψηφοφόροι. Δεν αποτελούν απλώς ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος, που συνεχώς αυξάνεται, αλλά όπως φαίνεται τις ημέρες των εκλογών στα εκλογικά τμήματα, μεταβαίνουν ακόμα και υπερήλικες ασθενείς και ανάπηροι για να ψηφίσουν. Για τα θέματα που τους αφορούν όπως συντάξεις, υγεία κλπ. ψηφίζουν μαζικά όχι μόνο αυτοί αλλά και τα παιδιά τους και οι φροντιστές τους.
Ενώ τα αρνητικά στοιχεία έχουν αποτελέσει αντικείμενο μελετών και ερευνών τα θετικά στοιχεία έχουν παραμεληθεί: τα υγιή ηλικιωμένα άτομα αποτελούν αντικείμενο έρευνας λιγότερο συχνά από τους ασθενείς ηλικιωμένους. Είναι ανάγκη να δοθεί έμφαση στην έρευνα για την οικονομική και κοινωνική προσφορά των ηλικιωμένων.
Βασικές διαπιστώσεις της μελέτης μας είναι ότι: 1) Οι ηλικιωμένοι είναι ανάγκη να αντιμετωπίζονται ως πόροι και όχι ως πρόβλημα. 2) Να είναι κανείς σήμερα ηλικιωμένος διαρκεί περισσότερο από ότι στο παρελθόν. 3) Ιδιαιτερότητα της Ελλάδας αποτελεί η μεγάλη αύξηση του αριθμού και της αναλογίας των ηλικιωμένων στο τέλος του 20ού αιώνα. Αντίθετα στις αρχές του επόμενου αιώνα η χώρα μας δεν θα αντιμετωπίσει την έκρηξη των γερόντων, την οποία θα υποστούν οι χώρες που γνώρισαν έκρηξη των γεννήσεων στη μεταπολεμική περίοδο. Επομένως δεν είναι δυνατό να προβάλλεται ο δημογραφικός παράγοντας ως δικαιολογία για την προώθηση μεταρρυθμίσεων με στόχο τον περιορισμό του κοινωνικού κράτους και τη χειροτέρευση της θέσης των συνταξιούχων. 4) Το Ελληνικό κράτος με διάφορους τρόπους π.χ. χαμηλές συντάξεις, ανεπαρκή και ακατάλληλη ποσοστικά και ποιοτικά περίθαλψη, ακόμη και με βία έχει αντιμετωπίσει τους ηλικιωμένους του. Αντίθετα η Ελληνική οικογένεια με όλες τις δυσκολίες που συναντά, φροντίζει τον ευάλωτο ηλικιωμένο και βοηθάει το χαμηλοσυνταξιούχο χωρίς άλλα εισοδήματα να καλύψει τις ανάγκες του. Δυστυχώς όμως όλοι οι ηλικιωμένοι δεν έχουν οικογένειας και όλες οι οικογένειες δεν έχουν πάντοτε τη δυνατότητα να φροντίζουν τα ηλικιωμένα ευάλωτα μέλη τους. Στο μέλλος η αριθμητική συρρίκνωση των μελών της οικογένειας εξαιτίας της μειωμένης γεννητικότητας, η αύξηση της προσδοκώμενη ζωής στις μεγάλες ηλικίες και άλλοι παράγοντες όπως η μετανάστευση των νέων, η απασχόληση της γυναίκας κ.λπ. θα έχουν ως αποτέλεσμα να υπάρχουν λιγότεροι ενδεχόμενοι φροντιστές ηλικιωμένων.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν υπάρχουν στην εποχή της παγκοσμιοποίησης δυνατότητες βελτίωσης της θέσης των ηλικιωμένων στις χώρες της ΕΕ και ειδικότερα στην Ελλάδα.
Η παγκοσμιοποίηση με την έννοια ότι ο πλανήτης μετατρέπεται σε ενιαία αγορά κεφαλαίων και υπηρεσιών, όπου οι εθνικές οικονομίες έχουν όφελος από το άνοιγμα των οικονομιών στο διεθνή ανταγωνισμό, αμφισβητείται ακόμη και από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της. Αντίθετα τα επιχειρήματα των πολέμιων της παγκοσμιοποίησης, ότι η οικονομία δεν είναι ενιαία, ότι δεν υπάρχει κοινή ηγεσία, ότι τα εθνικά κεφάλαια βρίσκονται σε διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ τους και κυρίως ότι η παγκόσμια οικονομία είναι ανισομερώς αναπτυγμένη και ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στις πλούσιες και φτωχές χώρες λαμβάνουν μεγαλύτερη βαρύτητα: η διεθνής χρηματιστηριακή κρίση το 1998 έδειξε τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τους κίνδυνους που επωάζει η παγκοσμιοποιημένη οικονομία.
Με μαύρα χρώματα περιγράφουν μελέτες διεθνών οργανισμών διακεκριμένων επιστημόνων και επιχειρηματιών, τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Αναφέρονται τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα: α) η έκθεση του ΟΗΕ για την ανθρώπινη ανάπτυξη (1998) αποδεικνύει ότι η συνολική περιουσία των 3 πλουσιότερων ανθρώπων του κόσμου ξεπερνά το άθροισμα του ΑΕΠ των 48 λιγότερο αναπτυγμένων χωρών και ότι το κόστος επίτευξης και διατήρησης της πρόσβασης, σε παγκόσμιο επίπεδο, σε βασική εκπαίδευση για όλους, βασική υγειονομική περίθαλψη επαρκή διατροφή και ασφαλείς εγκαταστάσεις ύδρευσης και αποχέτευσης είναι λιγότερο από το 4% της συνολικής περιουσίας των 225 πλουσιότερων ανθρώπων της γης. β) Ο Ι. Ραμονέ στη "Γεωπολιτική του χάους" περιγράφει μία χαοτική και εφιαλτική εικόνα του κόσμου: όξυνση της αντίθεσης Βορρά-Νότου, τεράστιες ζώνες εξαθλίωσης και πείνας. Κατά τη γνώμη του οι κυβερνήσεις αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που γεννά η παγκοσμιοποίηση, γ) Ακόμη και ο Τζ. Σορός στην "Κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού" δεν κρύβει την ανησυχία του για την ανισομερή κατανομή του πλούτου και αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο θα διασωθεί το διεθνές οικονομικό σύστημα από κερδοσκόπους, όπως είναι ο ίδιος. Πιστεύει ότι οι διεθνείς αγορές θα κινηθούν αναπόφευκτα καθοδικά και ότι θα οδηγήσουν σε δυσβάστακτη ύφεση ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο προβλέπει μία άνοδο πριν από την έναρξη της μεγάλης κρίσης.
Μέσα σ' αυτό τον κόσμο στόχος πρέπει να είναι ο περιορισμός του χάσματος ανάμεσα στις πλούσιες και τις φτωχές χώρες. Οι Κυβερνήσεις των ισχυρών χωρών να πιστέψουν ότι έχουν συμφέρον να μην διαιωνιστεί αυτή η κατάσταση που μπορεί να σημαίνει μαζική μετανάστευση, εξεγέρσεις απελπισμένων με απρόσμενα αποτελέσματα.
Ωστόσο, στις λεγόμενες "λιγότερο αναπτυγμένες χώρες", ο ηλικιωμένος εκτιμάται, αποτελεί τη ζωντανή παράδοση, χρησιμοποιείται η πείρα και η σοφία του και όταν αρρωστήσει περιθάλπεται με σεβασμό. Μήπως αυτές οι χώρες είναι πιο πολιτισμένες από τις βιομηχανικά και τεχνολογικά αναπτυγμένες που εγκαταλείπουν τους ηλικιωμένους τους με ανεπαρκείς συντάξεις και απαράδεκτη περίθαλψη όταν δεν έχουν οικογένεια να τους στηρίξει;
Ενθαρρυντική είναι η αναγνώριση του έργου του Α. Σεν με βραβείο Νόμπελ οικονομίας το 1998, ο οποίο επαναφέρει την ηθική διάσταση στο κέντρο της οικονομικής επιστήμης και θεωρεί ως πρωτεύοντα το στόχο καταπολέμησης της φτώχειας, που σημαίνει βελτίωση της θέσης όλων και ιδιαίτερα των ηλικιωμένων.
Σε όλες τις χώρες της ΕΕ οι ηλικιωμένοι υστερούν σε σύγκριση με τους νεότερους σε διάφορους κοινωνικο-οικονομικούς δείκτες.
Είναι δυνατόν οι ηγέτες των χωρών της ΕΕ να συμβάλλουν στην βελτίωση της θέσης των ηλικιωμένων; Αυτό θα εξαρτηθεί από την οικονομική και κοινωνική πολιτική που θα ακολουθήσουν: εκείνη που προσφέρει απασχόληση, υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας και εισόδημα το οποίο επιτρέπει την αξιοπρεπή διαβίωση στα γεράματα ή την πολιτική και θυσιάζει στο βωμό των οικονομικών δεικτών τους κοινωνικούς στόχους;
Με άλλα λόγια την πολιτική που κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους ή πολιτική οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που να στηρίζεται στην αλληλεγγύη;
Στην ΕΕ με τα 57 εκατομμύρια φτωχούς και τα 20 εκατομμύρια ανέργους παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μια ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση εισοδήματος, πλούτου και εξουσίας στα χέρια των λίγων και κατεχόντων. Η πολιτική που μειώνει τα εισοδήματα των εργαζόμενων και συνταξιούχων και η πρωτοφανής ανεργία συμβάλλουν στη μεγαλύτερη ανισοκατανομή του εισοδήματος και του πλούτου και στη διεύρυνση των ανισοτήτων. Σε όλη την Ευρώπη παρατηρείται ογκούμενη αντίδραση όλο και περισσότερο κοινωνικών τάξεων κατά της σκληρής εισοδηματικής πολιτικής: μαθητικές εξεγέρσεις, κινητοποιήσεις εργατών, αγροτών, διαμαρτυρίες ανέργων, συλλαλητήρια συνταξιούχων. Ενώ το μέσο εισόδημα και η παραγωγή ανά κάτοικο αυξάνονται, ταυτόχρονα επιδεινώνονται οι συνθήκες ζωής ορισμένων φτωχών τομέων του πληθυσμού στις "πλούσιες" χώρες. Εξάλλου η χρηματιστηριακή κρίση από τη μια μεριά και η μειωμένη ζήτηση από την άλλη αποτελούν τα μεγάλα προβλήματα της Ευρωπαϊκής οικονομίας. Τα κριτήρια σύγκλισης που επέβαλε η συνθήκη του Μάαστριχτ (πτώση του πληθωρισμού στο 3% και κάτω, μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 3% του ΑΕΠ και του Δημόσιου χρέους στο 60% του ΑΕΠ) με κύριο στόχο την μείωση των ελλειμμάτων οδήγησε τις χώρες μέλη σε οικονομική πολιτική λιτότητας, σε απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων σε χειροτέρευση του ισχύοντος σε κάθε χώρα ασφαλιστικού συστήματος, στην αύξηση της ανεργίας, στη διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων και στην άνοδο του αριθμού των Ευρωπαίων που ζουν κάτω από το όριο φτώχειας. Αποτέλεσμα ήταν η χειροτέρευση της θέσης εκατομμυρίων ατόμων ανάμεσα τους πολλών ηλικιωμένων. Η Ευρώπη οφείλει να περισώσει το κοινωνικό της μοντέλο, το κράτος πρόνοιας που έχει θεμελιωθεί με θυσίες και αγώνες. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν απαιτούνται μεταρρυθμίσεις, βελτιώσεις, κατάργηση των "στρεβλώσεων". Οποιαδήποτε μεταρρύθμιση είναι ανάγκη να έχει ως στόχο "από το κράτος πρόνοιας στην κοινωνική ανάπτυξη" δηλαδή να ενδιαφέρεται όχι μόνο για φορείς και παροχές, αλλά για την κατανομή του πλούτου, την οργάνωση παραγωγικής και δημιουργικής απασχόλησης για όλους ανεξάρτητα από φύλο και ηλικία και ένα δίκαιο σύστημα μισθών και συντάξεων που θα επιτρέπουν την αξιοπρεπή διαβίωση. Απαιτείται επομένως ανάπτυξη με γενναία αναδιανομή του εισοδήματος. Κάθε προσπάθεια μείωσης του κοινωνικού κράτους και της προοδευτικής φορολογίας θα διευρύνει ακόμη περισσότερο την ανισοκατανομή του εισοδήματος και επομένως την κοινωνική αδικία.
Περισσότεροι από 400 Ευρωπαίοι οικονομολόγοι υπέγραψαν μνημόνιο το 1998 το οποίο στρέφεται εναντίον της εφαρμοζόμενης πολιτικής της ΕΕ. Το σύμφωνο σταθερότητας δέχεται έντονη κριτική και τίθενται ως πρώτες προτεραιότητες η αντιμετώπιση της ανεργίας και της χρηματιστηριακής αστάθειας.
Υπάρχει ανάγκη για μια διαφορετική πολιτική δαπανών που θα αυξήσει τα εισοδήματα και θα τονώσει τη ζήτηση: απαιτείται επομένως παραγωγή, παραγωγικές κατευθύνσεις, ανάπτυξη και αύξηση της απασχόλησης. Η μεθόδευση σκληρότερων μέτρων αφαίμαξης των λαϊκών εισοδημάτων και ακύρωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων και κατακτήσεων θα έχει απρόβλεπτες συνέπειες στο μέλλον της Ευρωπαϊκής ενοποίησης. Δεν είναι δυνατόν να προχωρήσει η οικοδόμηση της Ευρώπης με ένα απόλυτα μονόπλευρο δημοσιονομικό και νομισματικό τρόπο. Η Ευρώπη πρέπει να είναι κοινωνική και η οικοδόμηση της να έχει τη συμπαράσταση και συμμετοχή όλης της κοινωνίας και όχι την εχθρότητα ενός μέρους της και μάλιστα του πιο ευπαθούς και του πιο αδύναμου. Τα δικαιώματα των εργαζομένων και των συνταξιούχων προήλθαν μέσα από διαπραγματεύσεις και αγώνες που κράτησαν ενάμιση αιώνα. Ενώ το εθνικό προϊόν αυξήθηκε σημαντικά τα τελευταία 20 χρόνια και υπάρχουν τα μέσα να χρηματοδοτηθεί ένα υψηλό επίπεδο κοινωνικής προστασίας οι πολίτες καλούνται να συναινέσουν στον περιορισμό αυτών των δικαιωμάτων την ίδια στιγμή οι λίγοι βλέπουν τα εισοδήματα τους να πολλαπλασιάζονται.
Όπως είπε ο Φ. Μιτεράν το 1989 η Ευρώπη θα είναι κοινωνική ή δεν θα υπάρξει καθόλου.
Υπάρχουν δυνατότητες βελτίωσης της θέσης των ηλικιωμένων στην Ελλάδα πολλές συζητήσεις έχουν γίνει για το ασφαλιστικό ζήτημα, ένας νόμος έχει προκύψει και αναμένονται νέες εξελίξεις. Μεγάλη έμφαση έχει δοθεί στην αδυναμία του Ελληνικού κράτους να διατηρήσει στο μέλλον το σημερινό ύψος των παροχών προβάλλοντας τη γήρανση του πληθυσμού ως βασική αιτία αυτής της αδυναμίας. Η μελέτη μας απέδειξε ότι δεν είναι δυνατόν να προβάλλεται ο δημογραφικός παράγοντας ως βασική αιτία της αύξησης των δαπανών για τις συντάξεις και ως δικαιολογία προώθησης μεταρρυθμίσεων με στόχο των περιορισμό του κοινωνικού κράτους και τη χειροτέρευση της θέσης των συνταξιούχων. Με την καθήλωση των μισθών και των συντάξεων, τη συρρίκνωση του δημόσιου χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και με τις συνεχείς περικοπές των κρατικών δαπανών θίγεται το δικαίωμα του πολίτη στην κοινωνική ασφάλιση το οποίο προστατεύεται από το Σύνταγμα.
Η πρόταση να μιμηθεί η Ελλάδα τις χώρες της ΕΕ του Βορρά και της Δύσης που λαμβάνουν μέτρα περιορισμού του κοινωνικού κράτους δεν ευσταθεί διότι αγνοεί την Ελληνική καθυστέρηση σ' αυτό τον τομέα. Το ισχυρό κοινωνικό κράτος που υπάρχει σε αυτές τις χώρες εξασφαλίζει στους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους αξιοπρεπείς μισθούς και συντάξεις καθώς και πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Είναι αδιανόητο να συγκρίνονται όσα γίνονται στη Σουηδία, στη Δανία, στη Γερμανία, στη Γαλλία, χώρες που διαθέτουν υψηλά ποσοστά του σημαντικού ΑΕΠ τους στη κοινωνική προστασία, με τα χαμηλά επίπεδα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα όπου περικοπή δαπανών σημαίνει περιθωριοποίηση μεγάλων ομάδων του πληθυσμού, ανάμεσα τους πολλούς ηλικιωμένους. Συγκεκριμένα αγνοεί την υστέρηση της Ελλάδας στην κατά κεφαλήν κοινωνική προστασία (βλ. σχήμα 1.4.1.) στις παροχές σύνταξης σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (βλ. πίνακα 1.4.4.) ενώ στην παραοικονομία και φοροδιαφυγή η χώρα μας διατηρεί τον τίτλο της πρωταθλήτριας Ευρώπης.
Στις χώρες της ΕΕ επειδή υπάρχουν τεράστιες κοινωνικές αντιστάσεις λίγο περιορίζονται οι κοινωνικές δαπάνες και δεν αναιρείται το ευρωπαϊκό κοινωνικό πρότυπο που εξασφαλίζει αποτελεσματικούς μηχανισμούς κοινωνικής αλληλεγγύης. Στις χώρες της Νότιας Ευρώπης και ιδιαίτερα στην Ελλάδα στο πρόσφατο παρελθόν κοινωνική προστασία πρόσφεραν η οικογένεια και τα άτυπα δίκτυα υποστήριξης ενώ το "κράτος πρόνοιας" είχε ως βασική αποστολή την πληρωμή συντάξεων. Το σύστημα κοινωνικής προστασίας που άρχισε να οικοδομείται στην δεκαετία του 1980 έχει ακόμα μεγάλη απόσταση να διανύσει προκειμένου να ανταποκριθεί στις ελάχιστες απαιτήσεις του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου. Στην Ελλάδα βρίσκεται σε τόσο χαμηλά επίπεδα και κάθε περικοπή θα είναι καταστροφή για την κοινωνική συνοχή και αιτία περιθωριοποίησης μεγάλων ομάδων των πληθυσμού. Επομένως το κοινωνικό κράτος χρειάζεται ενίσχυση και όχι συρρίκνωση. Η Ελλάδα υστερεί σε κρίσιμους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Σ' αυτούς τους τομείς απαιτείται ουσιαστική σύγκλιση.
Στα δημοκρατικά πολιτεύματα όλοι οι πολίτες ανεξάρτητα φύλου, χρώματος, θρησκείας και όλοι οι ηλικιωμένοι έχουν δικαίωμα ψήφου. Εξ άλλου τα άτομα μπορούν να μιλούν, να δημοσιεύουν, να συναθροίζονται, να οργανώνονται ελεύθερα. Η κοινωνία των πολιτών όπου οι πολίτες δραστηριοποιούνται εκεί όπου σταματούν τα πολιτικά κόμματα αποδίδει στον άνθρωπο την ιδιότητα του πολίτη ως ενεργού και άξιου μέλους της κοινωνίας. Όλοι οι πολίτες, ανεξάρτητα από την ηλικία τους και ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι που διαθέτουν ελεύθερο χρόνο είναι δυνατόν να συμβάλλουν στη δημιουργία ενός νέου δημόσιου χώρου διαφάνειας, επικοινωνίας και πληροφόρησης δια μέσου του οποίου να ελέγχουν την επίσημη πολιτική. Τα μέσα ενημέρωσης, οι τηλεπικοινωνίες, τα σύγχρονα ηλεκτρονικά διαδίκτυα όπως το internet και ορισμένοι θεσμοί όπως ο συνήγορος του πολίτη, μη κυβερνητικές οργανώσεις, ανεξάρτητες ενώσεις πολιτών μπορούν να ασκήσουν μεγάλη επιρροή και πολλές φορές επιτυγχάνουν την ικανοποίηση αιτημάτων.
Η γήρανση του πληθυσμού και τα γηρατειά του ανθρώπου αντί να θεωρούνται "ζοφερή προοπτική" για το μέλλον των χωρών της Ευρώπης είναι δυνατόν να αποτελέσουν πρόκληση για μία καλύτερη κοινωνία, που θα σέβεται τους ηλικιωμένους και θα παρέχει αξιοπρεπείς συντάξεις και ικανοποιητικές υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας. Η πολιτεία με θεσμούς και προγράμματα έχει την υποχρέωση να παρέχει βοήθεια για την παραμονή των ηλικιωμένων στο περιβάλλον τους και τις κατάλληλες υπηρεσίες στους ευάλωτους ηλικιωμένους.
Για μια τέτοια πολιτική ενδιαφέρονται όλοι: όχι μόνο οι ίδιοι οι ηλικιωμένοι, που έχουν άμεσο συμφέρον αλλά και τα παιδιά και οι φροντιστές τους, ακόμα και οι νέοι όταν αναλογιστούν τα δικά τους γηρατειά, αφού τα μέτρα που λαμβάνονται τώρα αυτούς θα αφορούν στο μέλλον.
Οι γενεές που είχαν την εμπειρία του πολέμου, που συνέβαλαν στην ανασυγκρότηση της Ελλάδας και των χωρών τους μετά τον πόλεμο και στη δημιουργία της Ενωμένης Ευρώπης, θεωρούν ότι είναι δικαίωμα τους και καθήκον τους να συμμετέχουν στο κοινό μέλλον της νέας Ευρώπης.

Οι σημερινοί ενήλικες έχουν ήδη αποκτήσει ορισμένα χαρακτηριστικά που θα κάνουν πιο παραγωγική και αυτόνομη τη γεροντική τους ηλικία σε σύγκριση με τους σημερινούς ηλικιωμένους.
Οι ηλικιωμένοι στις αρχές του 21 ου αιώνα θα είναι τα άτομα που ήταν 35-40 ετών το 1970 με καλύτερη εκπαίδευση και διαφορετικές απαιτήσεις από τους ηλικιωμένους της δεκαετίας του 1970 και του 1980. θα έχουν συνειδητοποιήσει ότι αποτελούν μία μεγάλη πολιτική δύναμη και θα χρησιμοποιούν την ψήφο τους για τη βελτίωση της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης τους. Οι πολιτικοί και οι κυβερνήσεις των χωρών της ΕΕ δεν είναι δυνατόν να αγνοήσουν την αύξηση του αριθμού και της αναλογίας των ηλικιωμένων στον πληθυσμό και τα αιτήματα τους, όχι μόνο για λόγους πολιτικού κόστους, αλλά για να αποδείξουν ότι είναι ευαίσθητοι και αποτελεσματικοί στη επίλυση βασικών θεμάτων που έχουν σχέση με την κοινωνία και τον πολιτισμό κάθε χώρας.
Ας μη λησμονείται ότι ο πολιτισμός των εθνών κρίνεται από τον τρόπο που φέρονται στους ηλικιωμένους τους.