Ήρα Έμκε-Πουλοπούλου
DemographicPanorama.gr

   

 

 
 
 
 
 

Το δημογραφικό ζήτημα.

ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η μελέτη μας είχε ως στόχο μια αναφορά στην εξέλιξη, τα βαθύτερα της αίτια, τις πολλαπλές βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις και τις προοπτικές του ελληνικού πληθυσμού. η γνώση των οποίων είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη μέτρων κοινωνικής, οικονομικής και δημογραφικής πολιτικής.
Ο πληθυσμός της Ελλάδας σήμερα αυξάνεται και ανανεώνεται και σε σύγκριση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες ορισμένοι Ελληνικοί δείκτες (μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του πληθυσμού, δείκτης γήρανσης, προσδοκώμενη ζωή κατά τη γέννηση, δείκτης γέννησης παιδιών χωρίς γάμο των γονέων τους κλπ.) είναι καλύτεροι. Οι εξελίξεις όμως της δεκαετίας του 1980 δείχνουν ότι ακόμα και αν οι δείκτες σταθεροποιηθούν στα επίπεδα της περιόδου 1985-1990 ο πληθυσμός της χώρας μπορεί να αρχίσει να μειώνεται στις αρχές του επόμενου αιώνα και είναι βέβαιο ότι θα σημειωθεί μία σημαντική αύξηση του αριθμού και της αναλογίας των ηλικιωμένων στο συνολικό πληθυσμό.
Η δημογραφική κατάσταση της Ελλάδας στις αρχές της δεκαετίας του 1990 συνίσταται στη μείωση της γεννητικότητας, στη δημογραφική γήρανση, στην ανορθολογική κατανομή του πληθυσμού στο χώρο. στη μετανάστευση προς το εξωτερικό που φαίνεται ότι έχει αρχίσει και πάλι από ορισμένες περιοχές της χώρας, στον περιορισμό της παλιννόστησης, στην είσοδο μεταναστών από χώρες της Ευρώπης και του τρίτου κόσμου, στον ερχομό των Ποντίων από την τέως Σοβιετική Ένωση. Δύο ευνοϊκές εξελίξεις σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια. Η προσδοκώμενη ζωή των Ελλήνων ανδρών είναι η καλύτερη στις χώρες της ΕΟΚ και μία από τις καλύτερες στον κόσμο, ενώ η βρεφική θνησιμότητα μειώθηκε αισθητά, αν και εξακολουθεί να παραμένει υψηλή σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

1. Η Μείωση της Γεννητικότητας
Οι γεννήσεις μειώθηκαν από 148 χιλιάδες το 1980 σε 104 χιλιάδες το 1992. Για να εξασφαλιστεί η αντικατάσταση των γενεών σε έναν πληθυσμό από κάθε γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να γεννηθούν 2,1 παιδιά( ή 2100 παιδιά από 1000 γυναίκες). Ο δείκτης γονιμότητας που ήταν στην Ελλάδα το 1980 2,1 παιδιά ανά γυναίκα και εξασφάλιζε το επίπεδο αντικατάστασης των γενεών ελαπώθηκε το 1992 σε 1,39 και είναι ένας από τους χαμηλότερους δείκτες του κόσμου. Το χαμηλότερο δείκτη παρουσιάζει η γειτονική μας Ιταλία (1,26) αλλά και οι άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης εμφανίζουν χαμηλούς δείκτες (Ισπανία 1,33 Πορτογαλία 1,50) πολύ χαμηλότερους από τους δείκτες της Βόρειας και της Δυτικής Ευρώπης. Μελέτες ξένων επιστημόνων και Διεθνών Οργανισμών παρατηρούν ότι οι χώρες της Νότιας Ευρώπης ακολουθούν το μοντέλο των περισσότερων χωρών της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης με καθυστέρηση και με διαφορετικό ρυθμό αν και δεν έχουν φτάσει στο επίπεδο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης των χωρών αυτών. Η φυσική αύξηση του πληθυσμού (υπεροχή των γεννήσεων έναντι των θανάτων) μειώθηκε από 60.852 το 1980 σε 5.860 το 1992. Στην περίοδο 1980-1992 ενώ αυξάνεται η αναλογία των γυναικών που έχουν ένα παιδί (από 41% σε 45%) και δύο παιδιά(από 31% σε 37%) μειώνεται η αναλογία των γυναικών που έχουν τρία παιδιά(από 14% σε 12%) και 4 παιδιά ή περισσότερα (από 13% σε 5%).
Το δικαίωμα των ατόμων και των γονέων να καθορίζουν ελεύθερα και υπεύθυνα τον αριθμό των παιδιών τους και το χρόνο απόκτησης τους, έχει αναγνωριστεί σε πολλές διεθνείς συμβάσεις και διακηρύξεις που έχει υπογράψει η Ελλάδα, η οποία έχει προσαρμόσει τη νομοθεσία της με 2 σχετικούς Νόμους. Όταν υπάρχει η δυνατότητα ρύθμισης της γονιμότητας ο αριθμός των παιδιών εξαρτάται από τη. βούληση των γονέων για το επιθυμητό μέγεθος της οικογένειας τους. Όπως έδειξαν οι έρευνες στην Ελλάδα το ιδανικό μέγεθος της οικογένειας παραμένει μεγαλύτερο από το επιθυμητό, το οποίο είναι υψηλότερο από το πραγματοποιούμενο. Με άλλα λόγια οι γονείς αποκτούν λιγότερα παιδιά από όσα επιθυμούν και από όσο θεωρούν ως ιδανικό μέγεθος της οικογένειας τους. Επομένως στη χώρα μας υπάρχουν περιθώρια για την αύξηση της γεννητικότητας. Η μελέτη αφού παρέθεσε όλες τις ελληνικές έρευνες κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα αντισυλληπτικά και οι αμβλώσεις αποτελούν τα μέσα και όχι τα αίτια της μείωσης των γεννήσεων. Τα αίτια είναι οικονομικά, κοινωνικά, πολιτισμικά, δημογραφικά. Δεν έχει γίνει ποτέ καμία έρευνα στον κόσμο που να εξετάζει όλες τις αιτίες. Η διεθνής και ελληνική εμπειρία έδειξαν ότι όταν τα ζευγάρια και οι γυναίκες δεν επιθυμούν τη γέννηση ενός παιδιού θα βρουν τον τρόπο να την αποφύγουν ακόμα και σε κοινωνίες όπου τα μέσα ρύθμισης των γεννήσεων είναι απαγορευμένα ή/και τιμωρούνται αυστηρά.
Η ανεργία, υποαπασχόληση και ετεροαπασχόληση των νέων ανδρών και γυναικών συμβάλλουν στη μείωση των γεννήσεων. Το ευκαιριακό κόστος δηλαδή το εισόδημα το οποίο χάνει μία γυναίκα γιατί εργάζεται λιγότερο ή διότι απουσιάζει εντελώς από το εργατικό δυναμικό και το άμεσο κόστος ανατροφής του παιδιού αποτελούν αίτια περιορισμού των γεννήσεων. Το άμεσο κόστος ανατροφής και εκπαίδευσης του παιδιού υπολογίσαμε για το 1994 σε 18 εκατομμύρια δραχμές για το πρώτο παιδί (για τα επόμενα παιδιά το κόστος είναι κάπως χαμηλότερο) πριν από τη γέννηση του μέχρι τα 18 του χρόνια σε μία οικογένεια μέση αστική. Επειδή το διαθέσιμο εισόδημα είναι περιορισμένο και τα παιδιά κοστίζουν, ιδιαίτερα η εκπαίδευση τους μπορεί να φτάσει σε πολύ μεγάλα ποσά, υπάρχει αλληλεπίδραση ποσότητας -ποιότητας για την απόφαση απόκτησης παιδιών. Έρευνες στο εξωτερικό και στην Ελλάδα έδειξαν ότι οι μη εργαζόμενες αποκτούν περισσότερα παιδιά από τις εργαζόμενες. Αυτό δεν σημαίνει ότι η απασχόληση της γυναίκας είναι ο μοναδικός ή ο βασικός παράγοντας μείωσης των γεννήσεων. Η απασχόληση και ο τριπλός φόρτος εργασίας της γυναίκας (εργαζόμενης -μητέρας-νοικοκυράς) είναι ένας από τους λόγους μείωσης των γεννήσεων. Όπως όμως σωστά επισημαίνει Γάλλος Δημογράφος είναι ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία μας αρνείται να λάβει υπόψη τη μητρότητα και τιμωρεί τη μισθωτή που αποφασίζει να αποκτήσει άλλο ένα παιδί που συμβάλλει ώστε έμμεσα η γυναικεία απασχόληση να γίνεται παράγοντας υπογεννητικότητας. Στην Ελλάδα αν και η μητρότητα και η παιδική ηλικία προστατεύονται από το Σύνταγμα και τους Νόμους, η προστασία αυτή είναι τελείως ανεπαρκής. Το μεγάλο πρόβλημα είναι μέχρι ποίου σημείου τα άρθρα του Συντάγματος, των Νόμων και των Διεθνών Συμβάσεων εφαρμόζονται. Εξ άλλου η προστασία δεν είναι ίδια για όλες τις εργαζόμενες μητέρες. Ανεπαρκής είναι και η προστασία του παιδιού. Δεν έχουν γίνει πανελλήνιες έρευνες αλλά μελέτες περιπτώσεων που έδειξαν ότι όχι λίγα παιδιά είναι θύματα σωματικής κακοποίησης, σεξουαλικής και εργασιακής εκμετάλλευσης. Σύμφωνα μ' αυτές τις μελέτες αποδείχθηκε ότι επρόκειτο στις περισσότερες περιπτώσεις για ανεπιθύμητα παιδιά. Μεγάλες εκπαιδευτικές ανισότητες χαρακτηρίζουν τα παιδιά των υποβαθμισμένων περιοχών της χώρας και της Απικής ειδικότερα, τα παιδιά που προέρχονται από τα κατώτερα κοινωνικά-εισοδηματικά στρώματα. Οι ανεπαρκείς υπηρεσίες και παροχές του κράτους προς τη μητέρα, το παιδί, την οικογένεια και ιδιαίτερα η ανυπαρξία και ακαταλληλότητα των βρεφονηπιακών σταθμών είναι μία από τις αιτίες που κάνουν τα ζευγάρια και τις γυναίκες να μην αποκτούν τον αριθμό των παιδιών που θα επιθυμούσαν. Η πολιτεία με την επιδοματική της πολιτική δεν ενισχύει τη γεννητικότητα διότι τα επιδόματα είναι δραχμικά και ο πληθωρισμός συρρικνώνει την αγοραστική τους δύναμη καθιστώντας τα ανενεργά. Για να είναι κίνητρο αύξησης της γεννητικότητας το επίδομα, πρέπει να αποτελεί μέρος του κόστους ανατροφής του παιδιού, να αναπροσαρμόζεται με το δείκτη τιμών καταναλωτή και να διαρκεί τουλάχιστον μέχρι το τέλος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπως συμβαίνει στη Γαλλία. Τέλος το φορολογικό σύστημα αποτελεί αντικίνητρο για την απόκτηση παιδιών. Ιδιαίτερα ο Νόμος 2065/1992 έπληξε το εισόδημα της οικογένειας γιατί καταργήθηκαν τα αφορολόγητα ποσά για οικογενειακές δαπάνες και φύλακτρα για τους βρεφονηπιακούς σταθμούς.
Ο αστικός τρόπος ζωής αποτελεί εμπόδιο στην απόκτηση πολλών παιδιών. Ο αριθμός των ιδιόκτητων δωματίων ήταν μία από τις τρεις στατιστικά σημαντικές μεταβλητές σύμφωνα με την έρευνα του ΕΚΚΕ που έγινε στην Αθήνα το 1983-84 και στην υπόλοιπη Ελλάδα το 1984-85. Στη μελέτη μας αναλύθηκαν οι λόγοι για τους οποίους οι συνθήκες κατοικίας στα μεγάλα αστικά κέντρα αποτελούν παράγοντα περιορισμού των γεννήσεων.
Οι κοινωνικές αλλαγές που σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια έπαιξαν και αυτές ένα ρόλο στη μείωση των γάμων, στην αύξηση των διαζυγίων και στην ελάττωση του αριθμού των παιδιών της οικογένειας. Στην παραδοσιακή κοινωνία κύριος σκοπός του γάμου ήταν η δημιουργία της οικογένειας, στην αστική κοινωνία το παιδί έπαιζε ρόλο σημαντικό, στους νέους έχει σημασία η συντροφικότητα. Αλλάζει η παιδοκεντρική αντίληψη της οικογένειας. Όλο και περισσότερα ζευγάρια επιλέγουν να ζουν μαζί χωρίς να παντρευτούν: συμβιώνουν δοκιμαστικά και συνήθως τελούν το γάμο τους όταν πρόκειται να αποκτήσουν παιδί. Όπως έδειξε ελληνική έρευνα αρκετές γυναίκες παντρεύονται στη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους. Άλλες έρευνες έδειξαν ότι οι νέοι θεωρούν πρωταρχικό παράγοντα για τη διατήρηση του γάμου τη συντροφικότητα, την κατανόηση και τη συναισθηματική έλξη και ότι λίγοι μόνο θεωρούν πρώτη προϋπόθεση την ύπαρξη παιδιών. Όσο όμως και αν αμφισβητούνται οι παραδοσιακές αξίες η οικογένεια εξακολουθεί να έχει σημασία για τους Έλληνες. Εξετάστηκαν ακόμη οι λόγοι του μικρού ποσοστού γεννήσεων παιδιών χωρίς γάμο των γονέων τους, οι δημογραφικοί παράγοντες, το εκπαιδευτικό επίπεδο της γυναίκας και η κοινωνική τάξη του ζευγαριού.

2. Η Δημογραφική Γήρανση
Η αύξηση της αναλογίας των ηλικιωμένων στον πληθυσμό έγινε με ταχύ ρυθμό στην Ελλάδα τη μεταπολεμική περίοδο. Βασική αιτία της δημογραφικής γήρανσης είναι η μείωση της γεννητικότητας. Η μεταναστευτική κίνηση έπαιξε διπλό ρόλο. Στην περίοδο της μεγάλης μετανάστευσης επιτάχυνε και στην περίοδο παλιννόστησης και εισόδου μεταναστών επιβράδυνε το ρυθμό γήρανσης. Τα τελευταία χρόνια και η μείωση της θνησιμότητας των μεγάλων ηλικιών αποτελεί αιτία γήρανσης του πληθυσμού της Ελλάδας. Η αύξηση των δαπανών για τις συντάξεις επηρεάζεται από δημογραφικούς, οικονομικούς και θεσμικούς παράγοντες. Η δημογραφική γήρανση αποτελεί μία από τις αιτίες της κατακόρυφης αύξησης των δαπανών για τις συντάξεις τα τελευταία χρόνια αλλά όχι τη μοναδική αιτία. Τα ελλείμματα του ΙΚΑ και άλλων Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης οφείλονται σε πολλούς παράγοντες, που αναλύονται στη μελέτη. Η δημογραφική γήρανση αποτελεί το βασικό παράγοντα της διαμόρφωσης αυξητικής τάσης των δαπανών υγείας κάτω από τη διπλή επίδραση της αύξησης του αριθμού των ηλικιωμένων και της ροπής για κατανάλωση ιατρικών υπηρεσιών σ' αυτή την ηλικία. Και άλλοι παράγοντες όμως, που αναφέρονται στη μελέτη. ευθύνονται γι' αυτή την αύξηση. Ένα άλλο σοβαρό θέμα είναι ότι η Ελλάδα μαζί με την Ισπανία και την Ιρλανδία έχει από τους πιο γηρασμένους οικονομικά ενεργούς πληθυσμούς στον πρωτογενή τομέα.

3. Η Εσωτερική Μετανάστευση
Ήταν ιδιαίτερα έντονη στη μεταπολεμική περίοδο και συνεχίζεται με βραδύτερο ρυθμό στη δεκαετία 1981-1991 με αποτέλεσμα την υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού στην περιοχή της πρωτεύουσας και στη Θεσσαλονίκη όπου κατοικούν σχεδόν 4 στους 10 Έλληνες και Ελληνίδες.
Η ανορθολογική κατανομή του πληθυσμού στον ελληνικό χώρο οφείλεται στην εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την εσωτερική μετανάστευση εκτός από εκείνα των απογραφών που δείχνουν τις αυξομειώσεις που υφίστανται κάθε δέκα χρόνια οι πληθυσμοί Νομών. Πολεοδομικών Συγκροτημάτων, χωριών. Ανισότητες στο εισόδημα, στο επίπεδο διαβίωσης, η ανεργία και η υποαπασχόληση διώχνουν τους κατοίκους από την ύπαιθρο και τις προβληματικές ορεινές και νησιωτικές περιοχές της χώρας. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά και κοινωνικό -πολιτισμικό. Οι νέοι φεύγουν γιατί δεν υπάρχουν δυνατότητες για επιμόρφωση, διασκέδαση συμμετοχή σε πολιτιστικές εκδηλώσεις αλλά και για την ελευθερία από την πατρική εξουσία, από τα ήθη της επαρχίας, ακόμα και για να έχουν τη δυνατότητα εκδήλωσης της πολιτικής τους τοποθέτησης. Επομένως δεν μπορεί να λυθεί μόνο με οικονομικά κίνητρα, τα οποία βέβαια είναι απαραίτητα για την αντιμετώπιση της ανεργίας και της υποαπασχόλησης. Η νέα αντίληψη για την οικογένεια και την κοινωνία που προκάλεσε η αστικοποίηση, αντίληψη που υιοθέτησαν και στην επαρχία, τα προβλήματα στέγης, εργασίας, επαρκούς εισοδήματος, εκπαίδευσης, η έλλειψη βρεφονηπιακών σταθμών οδηγούν σε ολιγομελείς οικογένειες και αναβολή γάμων. Η υπερσυγκέντρωση πληθυσμού και δραστηριοτήτων στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη και σε μικρότερο βαθμό στα μεγάλα αστικά κέντρα συνέβαλε στην άναρχη ανάπτυξη και υποβάθμιση του περιβάλλοντος των αστικών κέντρων, στην ατμοσφαιρική ρύπανση, στο κυκλοφοριακό χάος, σε ελλείψεις σε δίκτυα υποδομής (αποχέτευση, ύδρευση κλπ.) και σε έργα κοινωνικής υποδομής με επιπτώσεις στη ζωή και την υγεία των κατοίκων και την καταστροφή της εθνικής μας κληρονομιάς. Η ζωή των κατοίκων της πρωτεύουσας ιδιαίτερα εκείνων που ζουν σε υποβαθμισμένες περιοχές είναι δύσκολη και μερικές φορές αφόρητη.
Στη μεταπολεμική περίοδο παρατηρήθηκε εσωτερική μετανάστευση από τις αγροτικές περιοχές στα μεγάλα αστικά κέντρα. Τα τελευταία χρόνια η εσωτερική μετανάστευση εξακολουθεί με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό την εγκατάλειψη των ορεινών χωριών κάθε Νομού και την εγκατάσταση των κατοίκων τους στην πρωτεύουσα ή στις πόλεις του ίδιου Νομού. Φεύγουν οι νέοι και παραμένουν ή/και επιστρέφουν οι συνταξιούχοι. Η ανάλυση των αιτίων της εσωτερικής μετανάστευσης έδειξε ότι οι περισσότεροι εσωτερικοί μετανάστες πηγαίνουν εκεί όπου υπάρχουν ευκαιρίες απασχόλησης, όπου είναι συγκεντρωμένη η εξουσία, η οικονομική ζωή. ο πλούτος και κάθε σημαντική πολιτιστική εκδήλωση. Η ερήμωση της υπαίθρου αποτέλεσμα της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης και έμμεση συνέπεια της εκμηχάνισης της γεωργίας που έχει καταστήσει περιττά πολλά εργατικά χέρια και άλλων αιτίων που διώχνουν τους νέους κυρίως από τις αγροτικές κοινότητες φαίνεται ότι θα συνεχιστεί απομακρύνοντας τα πιο δυναμικά και μορφωμένα στελέχη και περιορίζοντας τις προοπτικές για οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική ανάπτυξη.

4. Η Μεταναστευτική Κίνηση
Από το 1977 στην Ελλάδα δεν συλλέγονται στοιχεία για τη μεταναστευτική κίνηση και επομένως δεν είναι γνωστός ο αριθμός των Ελλήνων που μεταναστεύουν και παλιννοστούν κάθε χρόνο. Η εξωτερική μετανάστευση, ιδιαίτερα έντονη στο παρελθόν φαίνεται ότι σημειώνει και πάλι έξαρση από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Από διάφορες πηγές (Δήμοι, κοινότητες, δημοσιογραφικές πληροφορίες) προκύπτει ότι από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 οι Έλληνες φεύγουν από τη Θράκη, τη Μακεδονία και την Ήπειρο και κατευθύνονται κυρίως προς τη Δ. Γερμανία. Η αύξηση της αποδημίας δεν αποκλείεται να είναι στη δεκαετία του 1990 το δημογραφικό φαινόμενο που θα δημιουργήσει ανησυχίες. Επομένως είναι απόλυτη ανάγκη να αρχίσει και πάλι η ΕΣΥΕ την καταγραφή των μεταναστών που αδικαιολόγητα σταμάτησε.
Μετά το 1973 η υπεροχή της παλιννόστησης έναντι της αποδημίας σε συνδυασμό με την εγκατάσταση παλιννοστούντων εκτός των δύο μεγάλων αστικών κέντρων η επιστροφή μεταναστών στους τόπους καταγωγής τους και στις μεσαίες πόλεις έχουν συντελέσει σε κάποια ανασυγκρότηση των δημογραφικών δυνάμεων της περιφέρειας. Η αποδημία από την Ελλάδα θα εξαρτηθεί στο μέλλον από το εάν οι Έλληνες και οι Ελληνίδες θα βρίσκουν στον τόπο τους απασχόληση με ικανοποιητική αμοιβή, από την ανάκαμψη της οικονομίας των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από τη δυνατότητα απασχόλησης σε άλλες χώρες.

5. Η Μετατροπή της Ελλάδας από Χώρα Αποστολής και σε Χώρα Υποδοχής Μεταναστών
Από τη δεκαετία του 1980 παρατηρείται είσοδος μεταναστών που στις αρχές της δεκαετίας του 1990 υπολογίστηκαν σε 356-436 χιλιάδες άτομα, από τα οποία πολλά εργάζονται χωρίς άδεια εργασίας και ορισμένα χωρίς άδεια παραμονής. Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο φτάνουν στη χώρα 70-150 χιλιάδες Αλβανοί. Οι μετανάστες δεν είναι μόνο πολίτες χωρών κατώτερου βαθμού ανάπτυξης που δέχονται τις μη επιθυμητές από τους Έλληνες δουλειές αλλά και άτομα τα οποία απασχολούνται σε πολύ επιθυμητές από τους γηγενείς απασχολήσεις (π.χ. υπάλληλοι τουριστικών γραφείων, καθηγητές ξένων γλωσσών, οικοδόμοι κλπ). Αναλύθηκαν τα αίτια εισόδου μεταναστών που είναι πολλά και πολύπλοκα και αναφέρθηκαν οι επιπτώσεις. Το συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι όσο δεν μεταβάλλονται οι αιτίες οι μετανάστες θα εξακολουθούν να έρχονται και ότι είναι ανάγκη να γίνουν έρευνες οι οποίες θα αποτελέσουν τη βάση για μία σωστή και ολοκληρωμένη πολιτική.

6. Οι Πόντιοι από την τέως Σοβιετική Ένωση στην Ελλάδα. Μικρό προσφυγικό Πρόβλημα
Στην περίοδο 1987-1992 έφτασαν στην Ελλάδα 42.529 Πόντιοι και αναμένονται άλλοι 150-200 χιλιάδες τα επόμενα χρόνια. Για τους Ποντίους έχουν γίνει έρευνες που εξετάζουν τα αίτια του ερχομού τους, την απασχόληση, υποαπασχόληση ετεροαπαοχόληση και ανεργία τους και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην Ελλάδα και έχουν προταθεί μέτρα πολιτικής. Πολλοί ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες. Το ελληνικό κράτος αντιμετωπίζει απρογραμμάτιστα τον ερχομό τους που ήδη έχει ευνοϊκές επιπτώσεις στη δημογραφική κατάσταση της χώρας. Αλλά ακόμη και αν έλθουν 200 χιλιάδες άτομα δεν θα καλύψουν το έλλειμμα που δημιούργησε η υπογεννητικότητα από τη δεκαετία του 1980. Ιδιαίτερα ευνοϊκές επιπτώσεις θα είχε η εγκατάσταση τους στη Θράκη όπου, καθώς είναι εργατικοί, μορφωμένοι και φιλότιμοι, θα συμβάλουν στην οικονομική της ανάπτυξη, και στην επίλυση του δημογραφικού προβλήματος της περιοχής. Ο τρόπος υποδοχής των ομογενών Ποντίων και των προσφύγων-μεταναστών από χώρες του τρίτου κόσμου και της Ανατολικής Ευρώπης συμβάλλει στην αύξηση της παραοικονομίας, της φοροδιαφυγής, της παρασιτικής δραστηριότητας, εντείνει τις περιφερειακές ανισότητες, δημιουργεί κοινωνικές εντάσεις. Η αδυναμία ενσωμάτωσης τους στην ελληνική οικονομία και κοινωνία οδηγεί σε κοινωνικό αποκλεισμό, με ενδεχόμενες δυσμενείς συνέπειες (π.χ. αύξηση της εγκληματικότητας). Έχουν δημιουργηθεί προσφυγικά γκέτο στο Μενίδι, τον Ασπρόπυργο, την Πελαγία της Αλεξανδρούπολης, τις Σάππες της Ροδόπης και σε εγκαταλειμμένα χωριά της Θράκης. Τα προγράμματα αποκατάστασης των παλιννοστούντων αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά. Απαιτείται σωστός σχεδιασμός της χωροταξικής κατανομής των νεοερχομένων Ποντίων ώστε να μη συσσωρεύονται στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα: Με το πολύτιμο αυτό ανθρώπινο κεφάλαιο που έρχεται στην Ελλάδα χωρίς να έχει η χώρα μας ξοδέψει για την ανατροφή και την εκπαίδευση του, είναι δυνατόν να επιτευχθεί η περιφερειακή ανάπτυξη και να ενισχυθούν εθνικά ευαίσθητες περιοχές (Θράκη, Νησιά Ανατολικού Αιγαίου. Ήπειρος). Επειδή πολλοί είναι επιστήμονες, τεχνίτες, ειδικευμένοι εργάτες και πολύ λίγοι είναι αγρότες, ορθότερη θα ήταν η πολιτική εγκατάστασης τους σε μικρά αστικά κέντρα. Ιδανική λύση θα ήταν η ίδρυση της πόλης των Ποντίων στη Θράκη, στην παραθαλάσσια περιοχή Πετρωτά. Ας βοηθηθούν οι Πόντιοι να φτιάξουν τη Ρωμανία τους που θα δώσει ζωή όχι μόνο στη Θράκη αλλά σ' ολόκληρη την Ελλάδα.

7. Η Αύξηση της Προσδοκώμενης Ζωής κατά τη Γέννηση
Στην περίοδο 1950-1990 οι Ελληνίδες κέρδισαν περισσότερα χρόνια ζωής από τους Έλληνες και η διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα αυξήθηκε. Όμως το 1990 η προσδοκώμενη ζωή κατά τη γέννηση των ανδρών στην Ελλάδα (74,2 χρόνια) είναι η καλύτερη όλων των χωρών της ΕΟΚ και μία από τις καλύτερες του κόσμου ενώ οι Ελληνίδες αν και ζουν περισσότερο από τους Έλληνες (79.3 χρόνια) υστερούν σε σύγκριση με τις γυναίκες πολλών χωρών της Βόρειας και της Δυτικής Ευρώπης, π.χ. η προσδοκώμενη ζωή των γυναικών στις Σκανδιναβικές χώρες, στην Ολλανδία και τη Γαλλία είναι μεγαλύτερη κατά 1-2 χρόνια. Η προσδοκώμενη ζωή είναι ανώτερη στις αστικές περιοχές και η θνησιμότητα υψηλότερη στις αγροτικές περιοχές γεγονός που συνδέεται με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο λιγότερη ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη. Πάντως στη μεταπολεμική περίοδο από τη μείωση της θνησιμότητας επωφελήθηκαν όλα τα διαμερίσματα της χώρας και οι γεωγραφικές διαφοροποιήσεις περιορίζονται συνεχώς εξ αιτίας της βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης. Παρατηρείται διαχρονικά μία επιβάρυνση της θνησιμότητας από χρόνιες παθήσεις κυρίως από νεοπλάσματα και καρδιαγγειακά. Η θνησιμότητα του ελληνικού πληθυσμού ακολουθεί τα πρότυπα άλλων δυτικοευρωπαϊκών χωρών και συνδέεται με τις επικρατούσες συνθήκες κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης και με τον τρόπο ζωής. Οι πέντε πρώτες αιτίες θανάτου στην Ελλάδα είναι οι καρδιοπάθειες, τα νεοπλάσματα, οι νόσοι αγγείων του εγκεφάλου, οι ασθένειες του αναπνευστικού συστήματος και τα ατυχήματα. Η θνησιμότητα από τροχαία ατυχήματα πενταπλασιάστηκε στην περίοδο 1960-1992. Σχεδόν οι μισοί θάνατοι νέων ανδρών ηλικίας 15-24 ετών και πολλαπλάσιος αριθμός αναπηριών οφείλονται σε τροχαία ατυχήματα.
Αν και η Ελλάδα δαπανά το το μικρότερο κονδύλιο από από όλες τις χώρες της ΕΟΚ για την υγεία βρίσκεται σε σχετικά καλή θέση από την άποψη της θνησιμότητας του πληθυσμού της. Πολλοί παράγοντες π.χ. πρόοδοι της ιατρικής, βελτίωση της δημόσιας υγείας, κοινωνικο-οικονομικοί. δημογραφικοί και η Ελληνική διατροφή του παρελθόντος, εξηγούν τη βελτίωση της θνησιμότητας και την καλή θέση της Ελλάδας στον Ευρωπαϊκό χώρο.

8. Η Μείωση της Βρεφικής θνησιμότητας
θεαματική υπήρξε η μείωση της βρεφικής θνησιμότητας ιδιαίτερα μετά το 1980. Όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η βρεφική θνησιμότητα στη χώρα μας παραμένει σχετικά υψηλή σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της ΕΟΚ και έχει ακόμα δυνατότητες βελτίωσης. Ιδιαίτερα υψηλή είναι η περιγεννητική και η νεογνική θνησιμότητα που οφείλονται στην ανεπάρκεια της περιγεννητικής φροντίδας, στην έλλειψη υποδομής εντατικής νοσηλείας νεογνών και στην ανεπάρκεια της ειδικής υπηρεσίας μεταφοράς προβληματικών νεογνών. Ενδιαφέρον έχει όχι μόνο να γεννιούνται παιδιά αλλά τα παιδιά, αυτά να είναι υγιή. Ο περιορισμός της βρεφικής θνησιμότητας μπορεί να αποδώσει ετήσιο όφελος 1-1,5% των γεννήσεων ζώντων στο σύνολο της χώρας. Η μείωση της βρεφικής, παιδικής, εφηβικής και μητρικής θνησιμότητας συμβάλλει στην ανανέωση του πληθυσμού. Η μείωση της θνησιμότητας των ηλικιωμένων, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, αποτελεί αιτία γήρανσης του πληθυσμού.
Αλλά πάνω απ' όλα η μείωση της θνησιμότητας σημαίνει κέρδη σε ανθρώπινες ζωές σε όλες τις ηλικίες. Είναι πολύ σημαντικό για το άτομο, για την οικογένεια του και για το κοινωνικό σύνολο τα κέρδη αυτά να συνοδεύονται και από καλή υγεία.
Η μελέτη μας κατέληξε στις ακόλουθες διαπιστώσεις και συμπεράσματα:
- Οι κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές που προκάλεσαν η εκβιομηχάνιση και τα τελευταία χρόνια η αποβιομηχάνιση, η μεγάλη αύξηση της αναλογίας του αστικού πληθυσμού και η μετανάστευση, σε συνδυασμό με την υπογεννητικότητα και τη δημογραφική γήρανση είχαν, έχουν και στο μέλλον θα προκαλέσουν ακόμα πιο σημαντικές οικονομικές, κοινωνικές, δημογραφικές, πολιτικές και εθνικές συνέπειες ενώ ήδη εμφανίζονται πιεστικά τα προβλήματα των αριθμητικά αυξανόμενων ηλικιωμένων.
- Η μείωση των γεννήσεων και της φυσικής αύξησης του πληθυσμού στην περίοδο 1981-1992 ήταν έντονη και ανησυχητική. Στην Ελλάδα τα ζευγάρια και οι γυναίκες αποκτούν λιγότερα παιδιά από όσα επιθυμούν. Επομένως υπάρχουν περιθώρια αύξησης της γεννητικότητας. Τα μέτρα πρέπει να στοχεύουν τα άτομα που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά και να λάβουν υπόψη τους κοινωνικούς, οικονομικούς και άλλους λόγους που τα εμποδίζουν και να μην είναι μέτρα καταναγκασμού που να υποχρεώνουν τα ζευγάρια και τις γυναίκες που δεν επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά.
- Μεγάλη σημασία έχει η ανάλυση των πολλών και πολύπλοκων αιτίων της μείωσης της γεννητικότητας και η διάκριση των αιτίων από τα μέσα. Η γνώση των αιτίων που στηρίζεται σε επιστημονικές έρευνες και μελέτες είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης κοινωνικής, οικονομικής και δημογραφικής πολιτικής. Επειδή τα αίτια μείωσης των γεννήσεων μπορεί να μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου και δεν είναι ίδια σε όλες τις χώρες, απαιτούνται διαχρονικές έρευνες σε κάθε χώρα π.χ. κάθε 10 χρόνια.
- Δεν ευθύνονται τα άτομα και κυρίως δεν είναι ένοχες οι γυναίκες για την υπογεννητικότητα της χώρας. Όπως είπε η Μελίνα Μερκούρη, η Ελληνίδα είναι σπουδαία μάνα, έχει εξέλιξη και σε δύσκολους καιρούς αναδεικνύεται ηρωίδα. Οι κοινωνικές αλλαγές, οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες αναγκάζουν τα ζευγάρια και τις γυναίκες να μην αποκτούν τον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν. Τα υπεύθυνα άτομα θέλουν να αποκτήσουν παιδιά γερά, που να τους δώσουν τα εφόδια για να γίνουν χρήσιμοι και ευτυχισμένοι άνθρωποι για τον εαυτό τους για την οικογένεια τους για την κοινωνία, για τη χώρα τους. Εάν τα αίτια που με τη βοήθεια επιστημονικών μελετών περιγράψαμε μεταβληθούν ή περιοριστούν, άνδρες και γυναίκες συντροφικά και υπεύθυνα μπορούν να δώσουν ατομική λύση σε ένα πρόβλημα που είναι κοινωνικό, οικονομικό και δημογραφικό.
- Τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας είναι η εξασφάλιση της απασχόλησης και η καταπολέμηση της ανεργίας των νέων ανδρών και γυναικών, η ενίσχυση του εισοδήματος των οικογενειών, η απόκτηση κατοικίας, η αύξηση του αριθμού και η βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας των βρεφονηπιακών σταθμών ώστε να δέχονται και βρέφη, η εφαρμογή σε μεγάλη έκταση των νέων θεσμών φύλαξης παιδιών(π.χ. ΜΗΛΑ) με κρατική επιδότηση, οι άδειες μητρότητας για ένα χρόνο με καταβολή του 75% του μισθού και την εξασφάλιση ότι μετά το τέλος της άδειας η γυναίκα θα ξαναβρεί την εργασία της, οι σημαντικές φορολογικές ελαφρύνσεις.
- Συνέπεια της υπογεννητικότητας είναι η δημογραφική γήρανση, δηλαδή η αύξηση της αναλογίας των ηλικιωμένων στον πληθυσμό. Οι άνω των 65 ετών αποτελούν το 14% του πληθυσμού και το 18% του εκλογικού σώματος. Παρά τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα τους με την αριθμητική τους δύναμη και τη συμμετοχή τους στις εκλογές, είναι δυνατόν αν οργανωθούν, όπως έχει ήδη γίνει στην Αμερική και σε αρκετές χώρες της Ευρώπης, να επηρεάσουν την εξέλιξη της κοινωνίας και να παίξουν σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή του τόπου .
- Αν η μείωση της γονιμότητας ήταν το φαινόμενο που προκαλούσε ανησυχίες στη δεκαετία του 1980 η μεταναστευτική κίνηση θα είναι πιθανότατα το ανησυχητικό φαινόμενο της δεκαετίας του 1990. Η μεταναστευτική κίνηση που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ελληνικού πληθυσμού στη μεταπολεμική περίοδο είναι δυνατόν να αποδειχθεί το δημογραφικό φαινόμενο που θα προκαλέσει έντονες ανησυχίες στο τέλος του αιώνα μας και στις αρχές του επόμενου αιώνα. Επαναλαμβάνουμε ότι υπάρχει απόλυτη ανάγκη να ξαναρχίσει η στατιστική καταγραφή των μεταναστών και παλιννοστούντων - αν και αναγνωρίζουμε τις δυσχέρειες που προκαλεί η καταγραφή της μετανάστευσης ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης - ώστε να γίνει γνωστή ή έκταση του φαινομένου της νέας μετανάστευσης και οι εξελίξεις της παλιννόστησης, και της εγκατάστασης στην Ελλάδα ομογενών και ξένων από χώρες της Ευρώπης και του τρίτου κόσμου.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 οικονομική κρίση πλήττει την Ελλάδα που εκδηλώνεται με αποβιομηχάνιση, αποεπένδυση, αποσυσσώρευση, παραοικονομία και ανεργία. Πολλοί Έλληνες είναι άνεργοι, υποαπασχολούνται ή απασχολούνται στη μαύρη αγορά εργασίας. Στην Ευρώπη οι άνεργοι έχουν ξεπεράσει τα 18 εκατομμύρια και από αυτούς οι μισοί είναι μόνιμα άνεργοι, δηλαδή μόνιμα εκτός της παραγωγικής διαδικασίας, στο οριστικό περιθώριο. Το πρόβλημα της ανικανότητας της Ευρώπης να δημιουργήσει θέσεις εργασίας είναι τόσο μεγάλο και βαθιά ριζωμένο που απειλεί ακόμα και την ύπαρξη της σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της Ευρωπαϊκής Στρογγυλής Τράπεζας Βιομηχάνων.
Η παρατεταμένη οικονομική ύφεση που κρατά πάνω από 4 χρόνια έχει δημιουργήσει οξύτατα κοινωνικά προβλήματα, αφού η μακροχρόνια λιτότητα και η διόγκωση της ανεργίας έχουν απωθήσει στα όρια της φτώχειας τμήματα του εργατικού πληθυσμού και έχουν ερημώσει περιοχές ολόκληρες.

Όπως παρατηρεί ο Κ.Τσουκαλάς η ανεργία είναι ένα δομικό κοινωνικό φαινόμενο που συναρτάται άμεσα με τις μεταβολές στην οργάνωση της εργασίας. Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας είναι τεράστια. Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι εμφανίζονται ως παραγωγικά περιττοί. Η δομική ανεργία απειλεί όλους τους κλάδους όλες τις κατηγορίες και όλες τις γενιές. Κανείς δεν μπορεί να προφυλαχθεί από την απειλή και να εκπαιδευθεί οριστικά. Η ανεργία οδηγεί ευρύτατα κοινωνικά στρώματα στη φτώχεια, στην αθλιότητα, στην περιθωριοποίηση. Οδηγεί ακόμα τους απασχολούμενους που βλέπουν ότι δεν μπορούν, δεν προλαβαίνουν να παρακολουθήσουν τις τεχνολογικές εξελίξεις και να μετεκπαιδευθούν σ' αυτές, σε μία ψυχολογική περιθωριοποίηση και σε μια αγωνία και φόβο για το αύριο.
Υπάρχει διέξοδος στην ανεργία; Για να δώσουμε απάντηση σ' αυτό το ερώτημα θα ήταν χρήσιμο να παραθέσουμε τη διάκριση μεταξύ "παραγωγικής ενασχόλησης" και "επαγγελματικής απασχόλησης". Η πρώτη αναφέρεται ως κάθε παραγωγική δραστηριότητα που είναι χρήσιμη σε άλλους ή και στον ίδιο τον ενασχολούμενο ενώ η δεύτερη αναφέρεται στην οργάνωση της (μισθωτής) παραγωγικής δραστηριότητας μέσω της αγοράς εργασίας.3
Σήμερα η φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων που αντιπροσωπεύουν το 1/3 του πληθυσμού καθώς και των αναπήρων συνήθως μένουν έξω από την αγορά και αναλαμβάνονται μερικώς από τις συνεχώς υποβαθμιζόμενες κοινωνικές υπηρεσίες ή από τα μέλη των οικογενειών τους, κυρίως τις γυναίκες. Υπάρχουν τόσες ανάγκες για απασχόληση σε δραστηριότητες που είναι κρίσιμες για την κοινωνική ευημερία. Αν οι ανάγκες αυτές καλυφθούν μπορεί να λυθεί το πρόβλημα της ανεργίας που αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές αιτίες της υπογεννητικότητας και της μετανάστευσης προς το εσωτερικό και το εξωτερικό.
Πώς είναι όμως δυνατόν να επιτευχθεί οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη σε μία περίοδο που η ανεργία αποτελεί το μεγάλο πρόβλημα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κράτος πρόνοιας υφίσταται από παντού επιθέσεις και το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας είναι τα δημοσιονομικά ελλείμματα του κράτους;
Με την πάταξη της φοροδιαφυγής και με την ανάπτυξη την οποία θα βοηθήσουν τα μεγάλα έργα του πακέτου Ντελόρ. Τα Νέα Βαλκάνια και η Ανατολική Ευρώπη αποτελούν την γεωγραφική ενότητα στην οποία η χώρα μας μπορεί να παίξει σημαντικό οικονομικό και πολιτικό ρόλο.
Σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ η Ελλάδα είναι η χώρα με το μεγαλύτερο δημόσιο έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ ανάμεσα στις 23 χώρες του και καταλαμβάνει την τελευταία θέση στις εισπράξεις από τη φορολογία εισοδήματος. Η Ελλάδα σε σύγκριση με άλλες χώρες υστερεί ως προς τα δημόσια εισοδήματα και αγαθά της. Κακή δημόσια διοίκηση, υποβαθμισμένη παιδεία, άσχημες πόλεις, δημόσια ελλείμματα και φοροδιαφυγή. Η οικονομική ανάπτυξη δεν μπορεί να προχωρήσει δίχως μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην παιδεία, στο περιβάλλον, στον πολιτισμό, στη δημόσια διοίκηση, στην υποδομή που θα δημιουργήσουν θέσεις απασχόλησης και θα καταπολεμήσουν την ανεργία.
Χαρακτηριστικό της χώρας, όπως και των χωρών της Νότιας Ευρώπης, είναι ο ανεπαρκής εκσυγχρονισμός των θεσμών, των επιχειρήσεων, της παραγωγικότητας, της πληροφόρησης, της κοινωνικής προστασίας. Για την Ελλάδα της δεκαετίας του 1990 με το μεγάλο εξωτερικό χρέος και το υψηλό πληθωρισμό ο εκσυγχρονισμός είναι το "κλειδί" για την επίλυση των οικονομικών. κοινωνικών και δημογραφικών προβλημάτων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Έκθεσης Ανθρώπινης Ανάπτυξης της UNICEF για το 1990 η Ελλάδα καταλαμβάνει την 24η θέση ανάμεσα σε σύνολο 160 χωρών στο γενικό δείκτη ανάπτυξης, γεγονός που θεωρείται ικανοποιητικό.
Για την αντιμετώπιση της δημογραφικής κατάστασης της χώρας όπως την περιγράψαμε είναι απαραίτητη η κατάστρωση μιας στρατηγικής δράσης με την οποία να ξεπεραστούν με τόλμη και αποφασιστικότητα πολλές και σύνθετες δυσκολίες.
Τα μέτρα που πρέπει να λάβει η πολιτεία για την περιφερειακή ανάπτυξη, τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, ιδιαίτερα στην περιφέρεια, την προστασία της οικογένειας, των παιδιών, της εργαζόμενης μητέρας, της μονογονεϊκής οικογένειας, των ηλικιωμένων κλπ. δεν είναι παροχή βοήθειας "προς αναξιοπαθούντες" αλλά μέσα για την επίλυση των αιτίων και των επιπτώσεων των δημογραφικών, κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων.
Σημαντικό ρόλο θα μπορούσε να παίξει η εκκλησία ως αρωγός της πολιτείας για παροχές προς τα παιδιά, τα νέα ζευγάρια, την άγαμη μητέρα, τους ηλικιωμένους, τους παλιννοστούντες, τους πρόσφυγες κλπ. όχι βέβαια στη βάση της φιλανθρωπίας αλλά της κοινωνικής συνεισφοράς, π.χ η εκκλησία μπορεί να διαθέσει οικόπεδα στα οποία να κτισθούν βρεφονηπιακοί σταθμοί, ΚΑΠΗ και κατοικίες για τις πολύτεκνες οικογένειες.
Το μέλλον του πληθυσμού της Ελλάδας είναι θέμα εθνικό, κοινό για όλους, άσχετο από τις πολιτικές πεποιθήσεις του καθενός. Σωστά προτάθηκε η σύσταση ενός Συμβουλίου Πληθυσμιακής Πολιτικής στο οποίο να μετέχουν όλα τα Κόμματα υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή τον Πρωθυπουργό, στο οποίο θεωρούμε απαραίτητη την παρουσία εκπροσώπων επιστημονικών φορέων και των γυναικείων οργανώσεων.
Πέρα από όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, αποφασιστικής σημασίας παραμένει ο ρόλος που ενδείκνυται να διαδραματίσουν όλοι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες μπροστά στις διαγραφόμενες δυσμενείς δημογραφικές προοπτικές. Μήπως θα ήταν ανάγκη να μεταβάλλουν τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς τους; Πιο συγκεκριμένα να καταπολεμηθεί η νοοτροπία ότι το χρήμα, το εύκολο κέρδος είναι η βασική επιδίωξη των ανθρώπων, να αποφευχθεί η εξαγωγή κεφαλαίων και η υπερκατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων και να προτιμηθεί η αγορά ελληνικών, που δίνουν δουλειά στα ελληνικά χέρια; Να αλλάξει η συμπεριφορά προς τα παιδιά, τις γυναίκες, τους άνεργους νέους, τους παλιννοστούντες, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, τους ξένους που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα; Οι άνδρες να ασχολούνται με την ανατροφή των παιδιών τους ουσιαστικά, οι νέοι και οι μεγαλύτεροι να αποδέχονται απασχολήσεις και να προσφέρουν εθελοντικά υπηρεσίες στον τομέα των υπηρεσιών. Η ευθύνη απέναντι στα παιδιά και η αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών για την προστασία των ηλικιωμένων και των μη προνομιούχων, απαιτούν την ευρύτερη δυνατή συναίνεση. Χρειάζεται ένας νέος τύπος οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης αλλά και νέες κοινωνικές σχέσεις που να βασίζονται στον αλληλοσεβασμό και την ανιδιοτέλεια. Με την εθνική εγρήγορση θα αποτραπεί η απαισιόδοξη οικονομική, κοινωνική και δημογραφική κατάσταση.